Γράφει η Μαρία Συλαϊδή
(Αρθρογράφος -Συγγραφέας)

Μετά τα Χριστούγεννα και τη Πρωτοχρονιά, όλα γύρω μας ησυχάζουν. Τα φώτα
χαμηλώνουν, τα στολίδια ακόμα λαμπερά μένουν για λίγο ακόμα, σαν να μην
θέλουν να φύγουν. Και η καρδιά γεμάτη, μένει σε μια αναμονή, ανάμεσα στη
γιορτή που τελειώνει και στην πίστη που αρχίζει. Είναι οι μέρες των Θεοφανείων.
Μέρες φωτός. Το φως δεν λάμπει πια στα δέντρα, αλλά κατεβαίνει στα νερά.
Σκύβει. Αγιάζει. Θυμίζει στον άνθρωπο πως ο Θεός δεν ήρθε για να εντυπωσιάσει,
αλλά για να μείνει για πάντα δίπλα του. Και τότε, μέσα σε αυτή τη γαλήνη, το
παραμύθι γίνεται προσευχή. Τα Θεοφάνεια δεν είναι το τέλος των γιορτών, είναι η
απάντησή τους. Ο Χριστός μας δείχνει το δρόμο και μας θυμίζει πως το φως δεν
φοβάται το σκοτάδι. Η αγάπη του Θεού κατεβαίνει χαμηλά για να συναντήσει τον
άνθρωπο. Ο Θεός φανερώνεται εκεί που υπάρχει ταπείνωση και αυτό είναι το
μεγαλύτερο δώρο.
Μικρές συμβουλές για:
Γονείς
Μιλήστε στα παιδιά για τα Θεοφάνεια σαν γιορτή φωτός.
Πηγαίνετε να δείτε μαζί τη ρίψη του Σταυρού στα νερά,αλλά με πίστη και σεβασμό σε
αυτή τη μέρα.
Ρωτήστε,τι θα ήθελες να αγιάσει μέσα σου φέτος το Άγιο Πνεύμα;
Εκπαιδευτικούς
Συζητήστε γι’ αυτη τη ξεχωριστή ημέρα και την έννοια του φωτός που δίνει το Άγιο Πνεύμα και πως μας καθοδηγεί στις ζωές μας.
Ζητήστε από τα παιδιά να γράψουν ένα μικρό κείμενο για τη συγκεκριμένη μέρα και τα συναισθήματα που τους δημιουργούν.
Παιδιά
Κάντε μια αναπαράσταση της μέρας. Ζωγράφισε ένα ποτάμι με ένα φως(μορφή
περιστεριού) που κατεβαίνει από τον ουρανό.
Γράψε μια μικρή ευχή και κράτησέ τη ως την επόμενη χρονιά.
Θυμήσου το πιο σημαντικό σημείο της πίστης μας. Ο Θεός σε αγαπάει όπως είσαι.
Προτάσεις βιβλίων
Η Νύχτα μετά τη Πρωτοχρονιά – Κες Γκρει
Είναι η νύχτα μετά την Πρωτοχρονιά, κι ο Αϊ-Βασίλης με τα ξωτικά του έχουν τελειώσει τη δουλειά. Τα δώρα έχουν μοιραστεί, το έλκηθρο μπήκε στο κουτί έχει έρθει η ώρα για τη μεγάλη τη γιορτή!
Τα πιο ωραία διηγήματα για τα Χριστούγεννα και τη Πρωτοχρονιά- Αλέξανδρος
Παπαδιαμάντης
Τα πιο τρυφερά, τα πιο αγαπημένα διηγήματα του μεγάλου Έλληνα συγγραφέα. Διηγήματα που μεγάλωσαν γενιές και γενιές, διασκευασμένα για παιδιά, σε ένα πανέμορφο γιορτινό βιβλίο.
Την Πρωτοχρονιά που είχα πια μεγαλώσει – NICOLETTA ASNICAR
Κάθε χρόνο επισκεπτόμουν τη θεία Άννα στις γιορτές. Ήξερε τα πάντα, όπως τι νούμερο παπούτσι φοράει ο Άγιος Βασίλης και πόσα είναι τα ξωτικά του. Εκείνη την Παραμονή Πρωτοχρονιάς, όμως, είχα πια μεγαλώσει και αναρωτιόμουν. Υπάρχει Άγιος Βασίλης; Και η θεία Άννα απάντησε…
Διήγημα
Το Ποτάμι που θυμήθηκε το Φως

Όταν ήμουν παιδί, πίστευα πως το ποτάμι μας άκουγε. Δεν το έλεγα σε κανέναν,
γιατί φοβόμουν πως θα γελούσαν. Μα κάθε χρόνο,τέτοιες μέρες, λίγο πριν τα
Θεοφάνεια, ένιωθα πως το νερό είχε κάτι να μου πει,κάτι που ίσως να είχα
ξεχάσει. Νόμιζα ότι θυμόταν όλα όσα του είχα πει ψιθυριστά, όλα όσα είχα αφήσει
να πέσουν μέσα του σαν μικρές πέτρες.
Το χωριό μας ήταν μικρό. Μικρά σπιτάκια χαμηλά,πέτρινα, φτωχικά,με αυλές
που άφηναν χώρο για να παιξουμε. Τον χειμώνα ο αέρας περνούσε ανάμεσα στα
στενά,αγκάλιαζε τα γυμνά δέντρα και έφτανε ως τα κλειστά παράθυρά μας.
Σφύριζε χτυπώντας αγριεμένα τα παραθυροφυλλα μας,όμως δεν μας απειλούσε,
ήταν σαν να μας έλεγε ιστορίες για να μας κρατά ξάγρυπνους.
Εκείνο το πρωινό, παραμονή Θεοφανείων, ξύπνησα πριν ακόμα χτυπήσουν οι
καμπάνες της εκκλησίας. Το σπίτι ήταν ήσυχο. Σηκώθηκα και κρυφοκοιταξα απο
τη πόρτα του δωματίου μου. Η μαμά μου είχε σηκωθεί από νωρίς. Το τσουκάλι
έβραζε σιγά,μυρωδιές είχαν απλωθεί παντού και η σκούπα σερνόταν αργά στο
πάτωμα. Ο πατέρας μου έδενε τα κορδόνια του κοντά στη σόμπα. Δεν μιλούσαν
πολύ εκείνη τη μέρα. Κανείς δεν μιλούσε πολύ. Κάθε χρόνο επικρατούσε η ίδια
σιωπή.
Γύρισα στο δωμάτιο και ντύθηκα γρήγορα. Φόρεσα το παλτό μου, εκείνο το καφέ
που μ’ έφτανε λίγο κάτω από τα γόνατα. Έξω,ο ουρανός ήταν γκρίζος, μα όχι
βαρύς ,δεν θα έβρεχε. Ήταν σαν να περίμενε κι αυτός κάτι.
Κατεβήκαμε όλοι μαζί προς το ποτάμι. Οι γείτονες έβγαιναν από τα σπίτια τους,
άλλοι με σταυρωμένα χέρια, άλλοι κρατώντας παιδιά στα χέρια τους, άλλοι
σκυφτοί,σαν να κουβαλούσαν βαριές σκέψεις.
Το ποτάμι φαινόταν από μακριά. Τα νερά του σκούρα, βαθιά λες και έκρυβαν
ιστορίες μέσα του. Γύρω του οι ιτιές γυμνές, με τα κλαδιά τους να ακουμπούν
σχεδόν το νερό, σαν να ήθελαν να το χαϊδέψουν. Ο παπάς στεκόταν ήδη εκεί. Μας
περίμενε. Το πετραχήλι του ανέμιζε απαλά στο λιγοστό αεράκι.
Όταν άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες, κάτι μέσα μου σκίρτησε για πρώτη φορά.
Άφησα το χέρι της μαμάς μου,περασα και στάθηκα μπροστά από όλους,δεν ξέρω
γιατί. Τα πόδια μου με πήγαν μόνα τους. Έσκυψα αργά την ώρα που έψαλλε ο
παπάς και κοίταξα το νερό. Η ανάσα μου έκανε μικρά σύννεφα στον αέρα.
«Λες να αλλάξει;» ψιθύρισα μέσα μου με προσμονή. Δεν περίμενα, όμως,
απάντηση.
Όταν ο σταυρός βυθίστηκε στο ποτάμι, ο κόσμος γύρω μου χάθηκε. Δεν άκουγα
πια τις φωνές, ούτε το θρόισμα. Μόνο το νερό και τότε το είδα. Όχι με τα μάτια,
μα με την καρδιά μου. Το ποτάμι έλαμψε σαν να άνοιξε κάτι μέσα του και να
βγήκε προς τα έξω. Ένιωσα το στήθος μου να ζεσταίνεται, σαν να μου έβαλαν μια
κουβέρτα πάνω στο σώμα μου. Δεν σκέφτηκα τίποτα. Δεν προσευχήθηκα με
λόγια, απλώς έμεινα εκεί να κοιτάζω και να νιώθω αυτή τη πρωτόγνωρη ζεστασιά.
Κάποιος πίσω μου έκλαιγε. Κάποιος άλλος έκανε τον σταυρό του. Εγώ απλώς
κοίταζα.
Όταν όλα τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να σκορπίζει, έμεινα λίγο ακόμα
μοναχή μου. Το ποτάμι συνέχιζε να κυλά, ίδιο κι όμως τόσο αλλιώτικο. Εκείνη τη
στιγμή κατάλαβα κάτι που δεν μπορούσα τότε να το πω με λέξεις. Ο Θεός δεν
φωνάζει, δεν επιβάλλεται, δεν τρομάζει. Έρχεται ήσυχα κρατώντας την αγάπη του
στα χέρια. Έρχεται σαν νερό, σαν φως που αγιάζει.
Γύρισα στο χωριό με βήματα αργά. Τα σπίτια ήταν τα ίδια. Οι δρόμοι το ίδιο
στενοί. Μα εγώ ένιωθα αλλιώς. Σαν να είχε φύγει από πάνω μου ένα βάρος που
δεν ήξερα ότι κουβαλούσα. Από τότε, κάθε φορά που βαραίνει η καρδιά μου,
θυμάμαι εκείνο το αλλιώτικο ποτάμι. Και ξέρω. πως το φως είναι εδώ, αρκεί να
κοιτάξεις μέσα σου για να το δεις.
Και μην ξεχνάτε, ο Θεός δεν φανερώνεται μόνο στις μεγάλες στιγμές. Είναι εκεί
στο νερό που κυλά, στη σιωπή που γαληνεύει, στην καρδιά που αφήνεται. Και
όποιος έμαθε να βλέπει με τα μάτια της καρδιάς, δεν χάνει ποτέ το φως.
Κάπου εδώ τελειώνει ο δρόμος των Χριστουγέννων που φτιάξαμε μαζί με ένα
δυνατό φως. Από το πρώτο άστρο, από την προσμονή, από τα μικρά θαύματα, από
την ελπίδα μέσα μας, φτάσαμε στα νερά που αγιάζουν. Και τώρα, επιστρέφουμε
στην καθημερινότητα. Μα όχι ίδιοι. Γιατί όποιος περπάτησε αυτόν τον δρόμο
κουβαλά πια μέσα του μια πίστη που δεν ζητά αποδείξεις. Μια αγάπη που δεν
φοβάται. Ένα φως που δεν σβήνει όταν σβήνουν τα λαμπάκια του δέντρου. Ο
δρόμος μπορεί να τελείωσε, η παρουσία μας, όμως,μένει.







