Γράφει η Μαρία Συλλαιδή
(Συγγραφέας- Αρθρογράφος)

Ήταν ένα πρωινό γεμάτο χρώματα. Οι αυλές των σχολείων, που ως χθες
κοιμόντουσαν ήσυχα,τώρα άρχισαν να τεντώνονται, σαν να φορούσαν τα πιο
όμορφα ρούχα τους. Τα θρανία ψιθύριζαν τραγούδια, οι κιμωλίες έτριζαν με
ανυπομονησία, και οι πίνακες γυάλιζαν στο φως του ήλιου, έτοιμοι να δεχτούν τις
πρώτες λέξεις. Υπάρχουν σχολεία που μοιάζουν με κάστρα, κι άλλα με κήπους όπου
ανθίζουν γνώσεις. Όμως το πιο σπουδαίο σχολείο είναι εκείνο που κρύβει μέσα του
μια μυστική μαγεία, τα αντικείμενά του ζωντανεύουν, ψιθυρίζουν και μιλούν στα
παιδιά.
Το σχολείο δεν είναι φυλακή, δεν είναι κελί. Είναι ένας μαγικός κήπος. Ένας τόπος
όπου κάθε μέρα φυτεύονται σπόροι γνώσης, καλλιεργούνται ταλέντα και ανθίζουν
όνειρα. Όποιος περνά την πόρτα του, δεν χάνει την ελευθερία του, αντίθετα, αποκτά τα φτερά για να πετάξει ακόμα πιο ψηλά.
Κι όπως κάθε κήπος έχει το δικό του άρωμα, έτσι και το σχολείο έχει το άρωμα των παιδικών γέλιων, των φιλικών χαιρετισμών και της πρώτης γραμμής που γράφεται σ’ ένα τετράδιο.
Και σήμερα αυτός ο κήπος ετοιμάζεται να ξανανοίξει!
Προτάσεις βιβλίων:
Μερικά βιβλία που θα ζεστάνουν τις καρδιές μικρών και μεγάλων τώρα που ξεκινά η σχολική χρονιά:
«Η Χιονονιφάδα» Davies Benji
Ένα τρυφερό παραμύθι που μιλάει για τη μοναδικότητα του κάθε παιδιού. Μας
θυμίζει ότι δεν υπάρχει κανείς ίδιος με εμάς, κι αυτό είναι δώρο.
“Ο Μικρός Νικόλας πάει σχολείο” René Goscinny & Jean-Jacques Sempé
Ένα κλασικό και γεμάτο χιούμορ βιβλίο που δείχνει τις περιπέτειες ενός μικρού μαθητή στο σχολείο, με απλότητα και παιδική ματιά.
“Το ημερολόγιο ενός σπασίκλα” Jeff Kinney
Αν και πιο σύγχρονο, μιλάει με αμεσότητα για τη ζωή ενός παιδιού στο σχολείο, τις φιλίες, τις παρεξηγήσεις και τα καθημερινά μικροδράματα.
“Η τάξη μας: Παραμύθια με αλφαβήτα”
Μέσα από μικρές ιστορίες, το βιβλίο ζωντανεύει την αλφαβήτα και συνδέει το σχολείο με τη μαγεία των λέξεων.
‘’Εγω και ο εξωγήινος εαυτός μου’’ – Μαρία Συλαϊδή
Ένα παραμύθι-εγχειρίδιο με τρόπους καλής συμπεριφοράς.
Tips για τις πρώτες μέρες στο σχολείο:
Για γονείς
Μην παρουσιάζετε το σχολείο σαν καθήκον ή τιμωρία, αλλά σαν περιπέτεια.
Μιλήστε στα παιδιά για τα δικά σας όμορφα σχολικά βιώματα. Το σχολείο είναι ένα «ταξίδι» και κάθε μέρα είναι ένας νέος σταθμός. Ρωτήστε: «Τι καινούριο έμαθες σήμερα που σε έκανε να χαμογελάσεις;»
Για εκπαιδευτικούς
Αφήστε τα παιδιά να εκφράζονται. Ένα χαμόγελο ή μια ενθαρρυντική κουβέντα μπορεί να κάνει ένα παιδί να δει το σχολείο σαν το πιο αγαπημένο του μέρος. Δώστε χώρο στη φαντασία τους. Ενισχύστε το δικαίωμα στο λάθος. Σβήνω – ξαναγράφω – μαθαίνω. Χτίστε την τάξη σαν κοινότητα, με κανόνες συνεργασίας, εμπιστοσύνης, σεβασμού.
Για παιδιά

Να θυμάστε ότι το σχολείο δεν σας φυλακίζει, σας ελευθερώνει! Σαν να ανοίγει
φτερά. Κάθε μάθημα είναι ένα κλειδί που ξεκλειδώνει μια καινούρια πόρτα στον κόσμο. Να χαμογελάτε και να τολμάτε να ρωτάτε, να μαθαίνετε, να κάνετε λάθη. Έτσι γίνεστε πιο δυνατοί. Μη φοβάστε το λάθος, είναι το πρώτο βήμα της ελευθερίας.
Δώστε φωνή στη φαντασία σας. Το σχολείο είναι γεμάτο μυστικά που περιμένουν να τα ανακαλύψετε. Σκεφτείτε κάθε βιβλίο σαν ένα κλειδί που ανοίγει μια καινούρια πόρτα.
Διήγημα
Το Σχολείο που Μιλούσε
Ήταν ένα παλιό σχολείο στην άκρη του χωριού. Οι τοίχοι του είχαν κιτρινίσει, τα παράθυρά του έτριζαν στον άνεμο, κι όμως μέσα του έλαμπε μια μαγεία που μόνο τα παιδιά μπορούσαν να καταλάβουν. Κανείς δεν το ήξερε, αλλά κάθε βράδυ, όταν το ρολόι χτυπούσε μεσάνυχτα και το φεγγάρι έριχνε το ασημένιο του φως, το σχολείο
ξυπνούσε.
Η καρέκλα που καθόταν πάντα δίπλα στο παράθυρο αναστέναζε πρώτη.
«Αχ, πόσα μικρά ποδαράκια με έχουν σπρώξει, πόσα χεράκια με έχουν ζωγραφίσει με μολύβι και μαρκαδόρους.» έλεγε με περηφάνια. «Δεν είμαι απλά ξύλο και καρφιά, είμαι ο θρόνος των ονείρων τους!»
Το θρανίο χαμογελούσε, κι ας είχε πάνω του χαραγμένα ονόματα και μικρά σχέδια καρδιών.
«Κι εγώ, πόσες φορές δεν κράτησα μυστικά; Δάκρυα που κύλησαν αθόρυβα, μικρά σημειωματάκια που πέρασαν από χέρι σε χέρι, ακόμα και χαχανητά που προσπάθησαν να κρυφτούν από τον δάσκαλο! Εγώ ξέρω ιστορίες που κανείς άλλος δεν θα μάθει.»
Ο πίνακας, με τα σημάδια της κιμωλίας που δεν έφυγαν ποτέ, ανασηκώθηκε
καμαρωτός.
«Κι εγώ; Εγώ είμαι ο καμβάς της μάθησης! Επάνω μου γεννήθηκαν γράμματα, αριθμοί, ποιήματα και όνειρα. Μπορεί να με έσβηναν με το σφουγγάρι, αλλά κάθε
λέξη μένει χαραγμένη βαθιά μέσα μου.»
Η κιμωλία, μικρή και λευκή, χαμογέλασε ντροπαλά.
«Εγώ ίσως μικραίνω κάθε μέρα, αλλά μέσα από εμένα γεννιούνται τα πάντα. Με μένα γράφτηκαν οι πρώτες αλφαβήτες, οι πίνακες της προπαίδειας, ακόμα και εκείνα τα αστεία σκίτσα που έκαναν τα παιδιά όταν ο δάσκαλος γύριζε την πλάτη. Κάθε γραμμή μου είναι μια ιστορία.»
Και τότε, ολόκληρο το σχολείο πήρε μια βαθιά ανάσα, τα παράθυρα τρίζοντας σαν να γελούσαν.
«Είμαι το σπίτι των παιδιών,» είπε με βαθιά φωνή. «Φυλάω τα γέλια τους, τις φωνές τους, τα όνειρά τους. Είμαι ο φύλακας των αναμνήσεών τους. Και κάθε νέα γενιά με γεμίζει με φως.»
Το φεγγάρι έριξε φως πάνω στα παλιά θρανία, κι εκείνη τη νύχτα το σχολείο έμοιαζε ζωντανό. Όποιο παιδί περνούσε απ’ έξω θα έλεγε ότι άκουσε ένα χαμηλό τραγούδι, μια ιστορία που ψιθυριζόταν μέσα στους τοίχους.
Το σχολείο,όμως,είχε κι άλλο μυστικό. Ξυπνούσε τα πρωινά. Κάθε πρωί, λίγο πριν μπουν τα παιδιά, η τάξη άνοιγε τα μάτια της. Οι τοίχοι τεντώνονταν σαν να χασμουριόντουσαν, τα θρανία έτριζαν για να ξεμουδιάσουν, κι ο μεγάλος πίνακας στο
κέντρο έπαιρνε μια βαθιά ανάσα και σκούπιζε τις κιμωλίες από πάνω του, έτοιμος να υποδεχτεί καινούρια γράμματα και σχέδια.
«Σήμερα θα γράψουν πάνω μου μια ιστορία», σκεφτόταν περήφανος. «Και κάθε ιστορία είναι ένα μικρό ταξίδι. Πόσο τυχερός είμαι που γίνομαι καράβι για τα μάτια τους!»
Δίπλα, οι κιμωλίες κουβέντιαζαν με χαμηλές φωνές μέσα στο κουτί τους. Η λευκή ήταν η πιο αισιόδοξη:
Εγώ θα γράψω ήλιο, σύννεφα, ποιήματα. Ίσως και μια μαθηματική πράξη. Δεν έχει σημασία. Ό,τι κι αν είναι, θα φωτίσω τα μάτια τους.
Η πράσινη κιμωλία, πιο μελαγχολική, είπε:
«Εμένα με χρησιμοποιούν σπάνια. Όμως λατρεύω να γίνομαι δέντρο ή γρασίδι στις ζωγραφιές τους. Γιατί τότε, τα παιδιά θυμούνται την αυλή κι ακούγεται το γέλιο τους πιο δυνατό.»
Τα βιβλία στα ράφια ξεφύλλιζαν σιγά-σιγά, ψιθυρίζοντας ιστορίες το ένα στο άλλο.
Το βιβλίο της Ιστορίας καμάρωνε:
«Σήμερα θα τους πάω στην αρχαία Ελλάδα! Θα δουν ήρωες, ναούς, μάχες. Θα μάθουν ότι ο κόσμος χτίζεται από τα όνειρα και τα λάθη των ανθρώπων.
Το βιβλίο της Γεωγραφίας χαμογέλασε:
« Κι εγώ θα τους ανοίξω παράθυρο σε θάλασσες και βουνά. Θα ταξιδέψουν χωρίς βαλίτσες. Θα δουν πόσο μεγάλος είναι ο κόσμος.»
Ακόμα και το κουδούνι, που περίμενε σιωπηλό στην άκρη, είχε τη δική του σκέψη:
« Όταν χτυπώ, δεν σημαίνει τέλος. Σημαίνει αλλαγή. Δίνω ρυθμό στη μέρα τους, σαν να χτυπάει τύμπανο σε παρέλαση.»
Και τα θρανία, με όλα τα σημάδια και τις χαρακιές τους, ψιθύριζαν:
«Εμείς κουβαλάμε μυστικά. Εδώ πάνω έχουν γραφτεί γράμματα, όνειρα, μικρά σχεδιάκια. Μα πάνω απ’ όλα, κουβαλάμε προσπάθειες. Κάθε μολύβι που τρέχει, κάθε γόμα που σβήνει, είναι ένα βήμα μπροστά.»
Έτσι, η τάξη δεν ήταν ποτέ σιωπηλή. Ζούσε. Και όταν τα παιδιά έμπαιναν με
θόρυβο, με τσάντες βαριές, με γέλια ή με παράπονα, όλα τα αντικείμενα ένιωθαν χαρά. Γιατί ήξεραν το μυστικό, το σχολείο δεν φυλακίζει,ανοίγει τα κλειδωμένα παράθυρα της ψυχής.
Κι εκείνη τη μέρα, ένα παιδί που καθόταν στο τελευταίο θρανίο, κουρασμένο, κοίταξε γύρω του. Για πρώτη φορά, ένιωσε ότι η αίθουσα δεν ήταν βαριά. Ήταν σαν να τον αγκάλιαζε. Κι ας μην ήξερε ακόμα ότι όλα αυτά τα αντικείμενα τον παρακολουθούσαν, τον ενθάρρυναν και του ψιθύριζαν:
«Μη φοβάσαι. Εδώ θα βρεις τα φτερά σου.»
Κι έτσι, το σχολείο ζούσε δυό ζωές, τη νύχτα να θυμάται σαν παππούς που λέει ιστορίες, και το πρωί να χαρίζει στα παιδιά φτερά για να πετάξουν εκεί που τα όνειρά τους τα καλούν.
Κάποτε ήμουν κι εγώ μαθήτρια και άκουγα το ψίθυρο του σχολείου…
Αν σταθείς αθόρυβα στην αυλή πριν μπουν τα παιδιά, μπορείς να ακούσεις έναν ψίθυρο. Έναν παραμυθένιο ψίθυρο που λέει:
«Μη με φοβάσαι. Εγώ είμαι το ταξίδι σου. Εδώ θα μάθεις να μετράς τα αστέρια, να δαμάζεις τις λέξεις, να πλέκεις ιστορίες. Εδώ θα συναντήσεις φίλους που ίσως γίνουν
συνοδοιπόροι για μια ζωή. Εδώ θα μάθεις πρώτα για τον κόσμο, κι ύστερα για τον εαυτό σου.»
Το σχολείο είναι σαν ένας φάρος. Δεν κρατά κανέναν φυλακισμένο, φωτίζει το δρόμο για να ξέρεις πού να πας.








