Γράφει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου
(Φιλόλογος, ποιήτρια, συγγραφέας)

Το στέρνο της κοινωνίας αιμορραγεί.Οι λέξεις πλέον στερεύουν. Όσες ποινές κι αν επιβληθούν από τη δικαιοσύνη, καμία δεν είναι αρκετή για να ξεπλύνει το αίμα της Ελένης, της Καρολάιν, της Βασιλικής, της Κικής και άλλων γυναικών που έχασαν τη ζωή τους πρόσφατα από τον εφιάλτη της «αγάπης»….
Οι σύγχρονες τραγωδίες, οι καταδικαστέες γυναικοκτονίες, δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά, αλλά το πρόβλημα μιας κοινωνίας που νοσεί βαθιά. Χίλιες φορές καρφώνεται ο κυνισμός της εποχής μας πάνω σε ένα νεανικό σώμα, σε μια καρδιά που σφίζει από ζωή και από αγάπη. Χίλιες φορές η λεπίδα που σφάζει μια νέα γυναίκα καρφώνεται απευθείας στο στέρνο ολόκληρης της κοινωνίας μας.
Η δυσοσμία της σήψης επιστρέφει, ξανά και ξανά, μέσα στους τέσσερις τοίχους ενός σπιτιού που από καταφύγιο μετατρέπεται σε κάτεργο. Το πιο εφιαλτικό είναι ότι η κτηνωδία αυτή εκτυλίσσεται, συνήθως, δίπλα σε αθώα παιδιά. Σε ένα περιβάλλον όπου η αγάπη βαφτίζεται ζήλια, η ζήλια θεωρείται ιδιοκτησία και το χάδι μετατρέπεται τελικά σε φονική λεπίδα. Αυτή η παραποίηση των συναισθημάτων κρύβει πίσω της έναν βαθιά νοσηρό ψυχισμό. Η ζήλια του θύτη δεν αποκωδικοποιείται σε αγάπη, αλλά στη σκοτεινή ανάγκη για εκμηδένιση του άλλου προκειμένου να τραφεί το δικό του «εγώ». Πρόκειται για μια εύθραυστη, ναρκισσιστική προσωπικότητα που δεν αντέχει την αυτονομία της συντρόφου. Κάθε χαμόγελο της γυναίκας, κάθε ανάσα ζωής, μεταφράζεται από τον θύτη ως «απειλή», ως «απιστία» και «προδοσία». Έτσι, επιστρατεύεται η χειραγώγηση και ο σταδιακός εγκλωβισμός του θύματος σε ένα αόρατο κλουβί, μέχρι η εμμονή να πάρει τη μορφή της τελικής, τυφλής βίας.
Οι δολοφονημένες ήταν γυναίκες που αγαπούσαν τη ζωή. Αντί για αυτό, βρέθηκαν εγκλωβισμένες σε έναν γάμο δίχως αέρα, να παλεύουν μόνες με το απόλυτο κενό και τον τρόμο, απέναντι στον άνθρωπο που μετέτρεψε τις δικές του ψυχικές ανασφάλειες σε δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στο σώμα τους. Μπροστά σε αυτή τη σφαγή, σπάμε σε χίλια κομμάτια και κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να μας συναρμολογήσει ξανά. Η ανοχή μας και η δικαιολόγηση των κτητικών «εκρήξεων» μάς καθιστούν συνένοχους στο ίδιο έγκλημα. Τίποτα δεν μπορεί να σκεπάσει τόση ντροπή, τίποτα δεν ξεπλένει τη συνειδησιακή μας αποτυχία.
Αν δεν γκρεμίσουμε τώρα τους τοίχους της γυναικοκτονίας, αν δεν κόψουμε το χέρι της ζήλιας που υψώνεται πριν γίνει λεπίδα, το αίμα της επόμενης δολοφονημένης γυναίκας θα λεκιάζει για πάντα τα δικά μας χέρια.








