*Από το Κιλελέρ και τη διανομή της αγροτικής γης, στη σημερινή συγκέντρωσή της

Ο αγροτικός τομέας θεωρείται ένας από τους βασικούς πυλώνες ανάπτυξης της χώρας και δη της Ηλείας. Παρόλα αυτά τα τελευταία χρόνια αντί να αναπτύσσεται σε μια κατεξοχήν αγροτική χώρα όπως η Ελλάδα απαξιώνεται με ότι αυτό συνεπάγεται για την οικονομία αλλά και την επιβίωση χιλιάδων μικρών καλλιεργητών και κτηνοτρόφων.
Οι τελευταίοι δε βρίσκονται σε πολύ άσχημη κατάσταση αφού τα προϊόντα τους πωλούνται σε εξευτελιστικές τιμές σε συνδυασμό με μια σειρά άλλων προβλημάτων όπως τα υψηλά κόστη παραγωγής, το ασφαλιστικό, το συνταξιοδοτικό αλλά και η υψηλή φορολογία που υφίστανται που δεν τους επιτρέπει να πληρώνουν τις ασφαλιστικές τους εισφορές. Όλα αυτά έχουν δημιουργήσει μια αβεβαιότητα για το μέλλον και την επιβίωσή τους αφού πολλοί εγκαταλείπουν τα χωράφια και τις καλλιέργειές τους.
Σε όλα τα παραπάνω έρχεται να προστεθεί και η σημαντική μείωση κυρίως των μικρών αγροτικών εκμεταλλεύσεων.
Συγκεκριμένα από το έτος 2007, παρατηρείται σημαντική μείωση, κυρίως των εκμεταλλεύσεων που διαθέτουν έως 50 στρέμματα, και σε μικρότερο βαθμό όσων διαθέτουν έως 200 στρέμματα. Στο άλλο άκρο, 1.450 εκμεταλλεύσεις, που αποτελούν το 0,2% του συνόλου, κατέχουν το 34,5% των αγροτικών εκτάσεων.
Από τα τσιφλίκια στη διανομή γης
Οι πιο επίμονες και σκληρές δράσεις των αγροτών στη νεότερη ευρωπαϊκή και ελληνική ιστορία σχετίζονταν με τη γαιοκτησία. Το ένοπλο συλλαλητήριο της Καρδίτσας και η εξέγερση του Κιλελέρ το Μάρτιο του 1910, για παράδειγμα, αφορούσαν, πρωτίστως, την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών.
Είχαν προηγηθεί οι δράσεις για τις Εθνικές Γαίες μετά την Απελευθέρωση του 1821 στην Πελοπόννησο, στις Κυκλάδες και στη Στερεά. Οι εκτάσεις γης του ελληνικού κράτους, νοικιάζονταν στους ακτήμονες αγρότες, με τίμημα το 30% της παραγόμενης ποσότητας. Αποτέλεσμα, τα τέσσερα πέμπτα των εκτάσεων παρέμεναν ακαλλιέργητα, με μεγάλες συνέπειες τόσο στο επίπεδο διαβίωσης των πληθυσμών, όσο και στη λειτουργία του κράτους.
Παρόμοιες αντικοινωνικές και αντιαναπτυξιακές πρακτικές επικράτησαν και με την προσάρτηση της Θεσσαλίας και μέρους της Ηπείρου το 1881. Τα οθωμανικά κτήματα πουλήθηκαν σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές σε Έλληνες, συνήθως της διασποράς, και δημιουργήθηκαν τα τσιφλίκια, που καλλιεργήθηκαν από τους «μορτίτες». Δηλαδή, αγροτικές οικογένειες που ήταν προσαρτημένες στο τσιφλίκι, το οποίο και καλλιεργούσαν, καταβάλλοντας το 30% έως 50% της παραγωγής στον γαιοκτήμονα.
Η Μικρασιατική καταστροφή, η έλευση των προσφύγων, η πίεση των αγροτών οδήγησαν, το 1923, σε μία μεγάλη αναγκαστική απαλλοτρίωση, με συνοπτικές διαδικασίες και χωρίς αποζημίωση. Την περίοδο 1923-1932 απαλλοτριώθηκαν 1.550 τσιφλίκια. Επιπλέον, το 1952, σε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον, επιτράπηκε η απαλλοτρίωση εκτάσεων άνω των 500 στρεμμάτων, με σκοπό την αποκατάσταση ακτημόνων αγροτών.
Τα γεγονότα αυτά επέδρασαν στη δυναμική και στα χαρακτηριστικά του αγροτικού τομέα. Σε μία από τις μεγαλύτερες σε μέγεθος διανομές γης στη σύγχρονη παγκόσμια ιστορία, 24 εκατ. στρέμματα γης, διανεμήθηκαν σε 860.000 οικογένειες γεωργών και κτηνοτρόφων. Η μέση αγροτική εκμετάλλευση, όμως, απέκτησε μόλις 34 στρέμματα, με ό, τι αυτό συνεπάγεται για τη μετέπειτα πορεία της.

(Στις 6 Μαρτίου του 1910, ξέσπασαν τα αιματηρά επεισόδια στο χωριό Κιλελέρ, που εξαπλώθηκαν σε άλλες πόλεις της Θεσσαλίας και αποτέλεσαν την κορυφαία εξέγερση της ελληνικής αγροτιάς ενάντια στην εκμετάλλευση των τσιφλικάδων. Μία εξέγερση που προκάλεσε τη συμπάθεια όλου του λαού και οδήγησε σταδιακά στη λύση του αγροτικού ζητήματος.Υπέρμαχος και αγωνιστής που θυσιάστηκε για αυτό τον σκοπό ήταν ο Μαρίνος Αντύπας).
Ελλάδα
Το μεγάλο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι σήμερα, ο αγροτικός πληθυσμός και οι κάτοικοι της υπαίθρου, όπως συνέβη και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μειώθηκαν σημαντικά. Η Ελλάδα όμως παρουσιάζει σημαντικές ιδιαιτερότητες. Μέσα σε περίπου έναν αιώνα, ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων μειώθηκε ελάχιστα, από 840 χιλιάδες σε 710 χιλιάδες περίπου. Η μείωση αυτή είναι με διαφορά η μικρότερη της ΕΕ, καταδεικνύοντας την επιθυμία του Έλληνα να διατηρεί γη και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία. Επιπλέον, τα ποσοστά μερικής, έστω, απασχόλησης στον πρωτογενή τομέα, είναι από τα υψηλότερα της ΕΕ, τόσο σε απόλυτα όσο και σε σχετικά μεγέθη.

Οι διαρθρωτικές αλλαγές της γαιοκτησίας
Η φαινομενική αυτή σταθερότητα της διατήρησης ενός τόσου μεγάλου αριθμού εκμεταλλεύσεων, όμως, κάθε άλλο παρά απηχεί την πραγματικότητα, καθώς στο εσωτερικό του αγροτικού τομέα συντελούνται κρίσιμες διαρθρωτικές ανακατατάξεις. Οι ανακατατάξεις αυτές καταγράφονται σε τρία επίπεδα.
Η ενοικίαση
Το πρώτο αφορά την ενοικίαση γης. Με βάση τα στοιχεία της ΕΕ, το 52% της αγροτικής γης στην Ελλάδα το έτος 2013 ήταν ενοικιαζόμενο. Το ποσοστό αυτό κινείται στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά, τα τελευταία χρόνια, εμφανίζει τάσεις μεγάλης επέκτασης. Κατά κανόνα –και σε αντίθεση με ό, τι συνέβαινε στο παρελθόν– η γη αυτή ενοικιάζεται από τις σχετικά μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις. Το φαινόμενο αυτό ενισχύεται από την αγροτική κρίση και την έλλειψη ρευστότητας, που για την Ελλάδα έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις, γεγονός το οποίο έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση τόσο των ενοικίων όσο και της αξίας γης. Το έτος 2000, για παράδειγμα, το ενοίκιο γης στην Ελλάδα ήταν το πέμπτο πιο ακριβό στην ΕΕ-15. Σήμερα, ωστόσο, μετά τις δραστικές μειώσεις που μεσολάβησαν, είναι το έκτο πιο φθηνό.
Αγοραπωλησίες
Αν και τα παραπάνω λειτουργούν αντίρροπα και οδηγούν κάποιους να επιθυμούν να διατηρήσουν την ιδιοκτησία της γης που διαθέτουν, την τελευταία περίοδο, πραγματοποιούνται σημαντικές αγοραπωλησίες αγροτικών εκτάσεων. Το φαινόμενο αυτό οδηγεί στη συγκέντρωση της αγροτικής γης. Πιο συγκεκριμένα, από το έτος 2007, παρατηρείται σημαντική μείωση, κυρίως των εκμεταλλεύσεων που διαθέτουν έως 50 στρέμματα, και σε μικρότερο βαθμό όσων διαθέτουν έως 200 στρέμματα.
Η υψηλή αυτή συγκέντρωση δεν χαρακτηρίζει μόνο την Ελλάδα, αλλά αποτελεί, πλέον, πανευρωπαϊκό φαινόμενο. Όπως απεικονίζεται στο σχετικό διάγραμμα, οι ανισότητες στην κατοχή αγροτικών εκτάσεων διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των χωρών-μελών. Κατά κανόνα, οι παλαιότερες χώρες της ΕΕ, όπως το Βέλγιο, η Ολλανδία, η Ιρλανδία, εμφανίζουν μία ομαλή κατανομή. Στο άλλο άκρο, βρίσκονται νέες χώρες- μέλη, όπως η Ουγγαρία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, όπου ένα πολύ μικρό ποσοστό ιδιοκτητών, περίπου 0,5%-2%, κατέχει το 48,3% έως 83,6% των αγροτικών εκτάσεων.
Η ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ SKALISTIRI.NEWS
Ο Αγροτικός τομέας είναι κομβικός για την ανάπτυξη ή μη της χώρας μας. Η μείωση των μικρών αγροτικών εκμεταλλεύσεων δεν αποτελεί αισιόδοξο μήνυμα για την ανάπτυξη του αγροτικού τομέα αλλά αντιθέτως η συνεχιζόμενη συρρίκνωσή τους θα επιφέρει αρνητικές συνέπειες τόσο στην αγροτική οικονομία όσο και στην διατροφή μας αφού πλέον θα εισάγουμε (ήδη το πράττουμε) ξένα αγροτικά προϊόντα, αρκετά δε αμφιβόλου προέλευσης και ποιότητας με ότι αυτό συνεπάγεται για την διατροφή μας χώρα. Πρόσφατη μελέτη για λογαριασμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καταλήγει στα συμπεράσματα ότι η συγκέντρωση της γης:
- Εξελίσσεται παράλληλα με φαινόμενα όπως: «υφαρπαγή γης», κερδοσκοπία, αλλαγή χρήσης, έντονη ανισότητα στην κατανομή ενισχύσεων, συγκέντρωση της αγοράς τροφίμων.
- Οδηγεί στην έξοδο τους μικρότερους αγρότες.
- Εμποδίζει την είσοδο νέων και καινοτόμων αγροτών.
- Επιδρά στη διατροφική ασφάλεια, στην απασχόληση, στη βιοποικιλότητα της Ευρώπης.
Τα παραπάνω σοβαρά στοιχεία θα πρέπει να ενεργοποιήσουν τα αντανακλαστικά τόσο της νυν κυβέρνησης όσο και των επόμενων για ανάπτυξη του αγροτικού τομέα και προστασία των μικρών καλλιεργητών και κτηνοτρόφων εάν θέλουμε να εξακολουθούν να υπάρχουν και να καλλιεργούν ποιοτικά προϊόντα. Αυτό όμως προϋποθέτει από την πλευρά της κυβέρνησης μια σειρά μέτρων όπως χαμηλή φορολογία, μέτρα στήριξης των μικρών καλλιεργητών και ασφαλιστικό – συνταξιοδοτικό σύστημα που να ους επιτρέπει να επιβιώσουν και να ζήσουν όσο γίνεται αξιοπρεπώς.








