
Αφού φτασαν οι Αρβανίτες αντίκρυ απ’ του Καραϊσκάκη το λιγοστό μπουλούκι, που κρατούσε το στενό, κι ήταν έτοιμοι ν’ ανοίξουν το ντουφέκι, ο καπετάνος τους, που ήταν του Πασά ο Κεχαγιάς (υπαρχηγός) και πήγαινε μπροστινός από τα παλικάρια του, φώναξε δυνατά:
“Κανείς μη ρίξει πρώτος, αν δεν ρίξω εγώ! Μη βιάζεστε , και καρτεράτε το σημάδι!”.
Πήδησε από τ’άλογο, άρπαξε ένα ντουφέκι, τράβηξε μπρος και στάθηκε αντίκρυ στους Έλληνες και βροντερόλαλα τους έκραξε:
“Σταθείτε στα ταμπούρια σας, Γκιαούρηδες! Μην κουνηθείτε! Πριν ανάψει ο πόλεμος και πέσουνε κουφάρια, θέλω κάτι να πω: Που είσαι, Καραϊσκάκη, γιε της καλόγριας; Άκουσα την φωνή σου και την γνώρισα! Έβγα αν έχεις καρδιά, μονάχος σου μ’ εμένα στον πόλεμο, με το ντουφέκι, στάσου αγνάντια μου (αντίκρυ μου) να ρίξω, κι αν δεν σε πάρει το δικό μου βόλι, θα σταθώ και εγώ να ρίξεις, και σ’ ορκίζομαι να μη σαλέψω, έτσι μα το κοράνι μου!”.

Βγήκε απ’ το ταμπούρι του ο Καραϊσκάκης και στάθηκε αντίκρυ από τον Αρβανίτη. Έριξε ο Κεχαγιάς, κι αντιλάλησε του ντουφεκιού ο κρότος γύρω στα βουνά, του κάκου όμως.
“Γιε της Τουρκάλας” είπε ο Καρα¨σκάκης, “σ”αφησα να ρίξεις πρώτος, μα ήσουν άτυχος, μ’ όλη την καυχησιά σου. Τώρα μην σαλέψεις, και θα ιδούμε πάλι αν είσαι τυχερός, κι αν θα σε βοηθήσει το Κοράνι σου”.
Σφλυριξε του Καραϊσκάκη ο σισανές σα φίδι, κι ο Αρβανίτης βρόντησε βαρύς στο χώμα.
Γύρω στο κουφάρι του Αρβανίτη άρχισε πόλεμος σκληρός, ποιος να το ξεγυμνώσει. Εκεί σκοτωθήκανε καμπόσοι ΈΛληνες για τον Αρβανίτη το κεμέρι, ώσπου τέλος ένα νιο παλικαράκι, ο Φουντουκλής, το κέρδισε.
Το ανέκδοτο αυτό είναι βγαλμένο από ποίημα του Ζαλόκωστα “Η Κατά το Σοβολάκου μάχη”, που ο ποιητής , πολύ νιος ακόμα, το έγραψε και το δημοσίευσε πρώτη φορά με υπογραφή Κ.Λ.. Στη δεύτερη έκδοση των Απάντων του, το 1873, ο εκδότης και γιος του ποιητή γράφει πως το ποίημα είναι “περιγραφή αξίας του Καραϊσκου, την οποίαν τοσάκις με διηγήθη ο ποιητής με άπληστον ενθουσιασμόν”.
Καρτερία, 13/3/1846








