Γράφει η Σοφία Σκλείδα
(Φιλόλογος, Συγγραφέας, Διδάκτωρ Συγκριτικής
Παιδαγωγικής, Αντιπρόεδρος της ΕΕΛ)
“O Λούσηρος” του Στέλιου Χαλκίτη, που κυκλοφόρησε το 2013 από τις εκδόσεις Ζήτη είναι ένα πολυεπίπεδο έργο, στο οποίο η κοινωνική παρατήρηση, η ψυχογραφία, ο έρωτας και ο φιλοσοφικός στοχασμός συνυπάρχουν οργανικά.

Στον πυρήνα του βρίσκεται η πορεία του Στέφανου, ενός ευφυούς και ευαίσθητου ανθρώπου που γνωρίζει την επαγγελματική καταξίωση, αλλά, τραυματισμένος από την παιδική στέρηση, την απόρριψη και την κοινωνική υποκρισία, οδηγείται στην ψυχική αποδιοργάνωση και στην περιθωριοποίηση. Η συνάντησή του με τη Ραλλού, μια νέα φιλόλογο που αρνείται να τον ταυτίσει με την εικόνα του «τρελού», μετατρέπει την ιστορία του σε δοκιμασία της αγάπης απέναντι στον φόβο και στις κοινωνικές συμβάσεις.
Το ουσιαστικό ενδιαφέρον του βιβλίου βρίσκεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας συνδέει την ατομική μοίρα με τις συνθήκες που τη διαμορφώνουν. Έτσι, η ψυχική κατάρρευση εμφανίζεται ως αποτέλεσμα μιας μακράς διαδρομής τραυμάτων. Παράλληλα, η μικρή νησιωτική κοινωνία μετατρέπεται σε συλλογικό πρόσωπο που παρατηρεί, σχολιάζει, ταξινομεί και αποκλείει.
Ως εκ τούτου, ο Λούσηρος εξελίσσεται σε μια μελέτη για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και για το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να αγαπά και να αγαπιέται χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως να αποδείξει ότι ανταποκρίνεται στο κοινωνικά «κανονικό».
Η αφήγηση αρχίζει μέσα από την αναδρομική ματιά του ηλικιωμένου Οδυσσέα Στεφάνου, ο οποίος επαναφέρει πρόσωπα και γεγονότα του παρελθόντος. Επομένως, η ιστορία προσφέρεται ως ανασύνθεση της μνήμης. Ο χρόνος κινείται ανάμεσα στο παρόν της αφήγησης και στο βιωμένο παρελθόν, με αναδρομές, εσωτερικούς μονολόγους, στοχαστικές παρεκβάσεις και συνειρμικές μεταβάσεις.
Ιδιαίτερη είναι η μεταμυθοπλαστική και κινηματογραφική σύλληψη της εισόδου, όπου ο αφηγητής φαντάζεται το μυθιστόρημα σαν ταινία που θα άρχιζε με υπόκρουση ρέκβιεμ και με τη μορφή μιας μάνας και γιαγιάς σε ασπρόμαυρο τοπίο. Με αυτή την επιλογή ο συγγραφέας φανερώνει τη συνείδηση της αφηγηματικής κατασκευής και ταυτόχρονα προοικονομεί το πένθος του τέλους. Οι σκηνές οργανώνονται οπτικά, με εναλλαγές εστίασης, έντονη ατμόσφαιρα και εικόνες που συχνά λειτουργούν ως ψυχικά τοπία. Η μετάβαση από την εξωτερική πράξη στον στοχασμό επιβραδύνει σκόπιμα τον ρυθμό και μεταφέρει το βάρος από το «τι συνέβη» στο «τι σημαίνει αυτό που συνέβη».
Συνεπώς, η αφηγηματική οπτική δεν παραμένει απολύτως ενιαία. Λόγου χάρη, η ένδειξη «Αφηγείται η Σιμόν» στις τελευταίες σελίδες εισάγει μια πρόσθετη φωνή και ενισχύει την πολυφωνία. Ταυτόχρονα, ο Στέφανος δεν γίνεται ποτέ πλήρως διαφανής, η μορφή του ανασυντίθεται από επιμέρους βλέμματα, μνήμες και ερμηνείες. Κανένα πρόσωπο δεν κατέχει ολόκληρη την αλήθεια του, όπως κανείς δεν μπορεί να δώσει βέβαιη απάντηση για την τελική εξαφάνισή του. Η ανοιχτή κατάληξη δεν αποτελεί αφηγηματική ατέλεια, αλλά συνεπή τεχνική επιλογή, διότι μεταβιβάζει στον αναγνώστη την ευθύνη της ερμηνείας.
Συγχρόνως, η σύνθεση είναι κυκλική. Το ρέκβιεμ της αρχής εκπληρώνεται στην κηδεία της Ραλλούς, ενώ η εξαφάνιση του πατέρα του Στέφανου προοικονομεί τη δική του εξαφάνιση. Επαναλαμβανόμενα μοτίβα, η αναζήτηση, η αναμονή, η παραλία, η απουσία και το πένθος, συνδέουν τις χρονικές βαθμίδες και προσδίδουν συνοχή στη σύνθετη αφήγηση. Ο κύκλος, ωστόσο, δεν κλείνει με την επίλυση του μυστηρίου, αλλά με την αναγνώριση ότι ορισμένες ανθρώπινες ιστορίες παραμένουν ανεξιχνίαστες.
Ο Στέφανος αναμφίβολα, είναι ένας σύγχρονος τραγικός ήρωας. Από τη μία πλευρά διαθέτει μόρφωση, ευφυΐα, ευαισθησία και ανεπτυγμένη αίσθηση του δικαίου, από την άλλη, παραμένει ευάλωτος στις πληγές της παιδικής ηλικίας. Μεγαλώνει σε έναν κόσμο στερήσεων, σωματικής πειθαρχίας και συναισθηματικής ανασφάλειας, όπου η αντοχή στον πόνο ταυτίζεται με την ανδρεία. Η εξαφάνιση του πατέρα του, Αντώνη, δεν του επιτρέπει να βιώσει ένα οριστικό πένθος. Ο πατέρας μπορεί να έχει πεθάνει, μπορεί όμως και να επιστρέψει. Αυτή η εκκρεμότητα γίνεται μόνιμο σχήμα της ύπαρξής του και επανεμφανίζεται στο τέλος, όταν ο ίδιος εξαφανίζεται αφήνοντας τους άλλους να αναζητούν τα ίχνη του.
Η επιτυχία του στη Νομική και η επαγγελματική του αναγνώριση δεν θεραπεύουν το πρωταρχικό τραύμα. Το κοινωνικό κύρος αποδεικνύεται εύθραυστο περίβλημα, ενώ όταν ο ήρωας κλονίζεται, η κοινωνία λησμονεί αμέσως τη μόρφωση και την προηγούμενη προσφορά του και τον περιορίζει σε μία ισοπεδωτική ταυτότητα. Η «τρέλα» του έχει επομένως διπλή λειτουργία: αποτελεί πραγματική ψυχική δοκιμασία, αλλά συγχρόνως γίνεται μεταφορά της αδυναμίας ενός ασυνήθιστα ευαίσθητου ανθρώπου να προσαρμοστεί σε μια νοσηρή κανονικότητα.
Η Ραλλού είναι ο δεύτερος βασικός πόλος του μυθιστορήματος. Η στάση της θεμελιώνεται όχι στον οίκτο αλλά στην αναγνώριση. Βλέπει πίσω από τη ρακένδυτη εμφάνιση και την αποδιοργανωμένη συμπεριφορά έναν άνθρωπο με ιστορία, επιθυμίες και αξιοπρέπεια. Η αγάπη της γίνεται ηθική πράξη και ταυτόχρονα μορφή κοινωνικής ανυπακοής, καθώς συγκρούεται με την οικογένεια, το εργασιακό περιβάλλον, την Εκκλησία και τις συμβάσεις της κοινότητας. Ως γυναίκα που επιλέγει αυτόνομα τον τρόπο ζωής της, αποκτά και διάσταση χειραφετημένης ηρωίδας. Δεν «θεραπεύει» θαυματουργικά τον Στέφανο, του επιστρέφει όμως το δικαίωμα να υπάρχει ως ισότιμος σύντροφος.
Τα δευτερεύοντα πρόσωπα, ανάμεσά τους ο γιατρός Νικόλας, ο Αντώνης, η Σάρα και η Σιμόν, διευρύνουν το ψυχολογικό και ιδεολογικό πεδίο. Ο Νικόλας λειτουργεί ως πνευματικός συνομιλητής και θέτει ζητήματα αυτογνωσίας, ελευθερίας και εσωτερικής ισορροπίας. Οι χαρακτήρες αποκτούν συχνά αρχετυπικές διαστάσεις,η μητέρα, η αγαπημένη, ο φίλος, ο θεραπευτής, ο απόκληρος, χωρίς να παύουν να συμμετέχουν ενεργά στην εξέλιξη της πλοκής.
Περαιτέρω, οι αναφορές στη δεκαετία του 1930, στον Βενιζέλο, στον Κονδύλη, στον Μεταξά και στην επάνοδο της μοναρχίας εντάσσουν την οικογενειακή ιστορία στο πλαίσιο του Μεσοπολέμου. Τα πολιτικά νέα φτάνουν αποσπασματικά στην κοινότητα, όμως η φτώχεια, η ανασφάλεια και η αυταρχική νοοτροπία επηρεάζουν άμεσα τη ζωή της. Η ατομική μοίρα δεν παρουσιάζεται αποκομμένη από την Ιστορία, ενώ οι θεσμοί της οικογένειας και του σχολείου αναπαράγουν την πειθαρχία μιας ολόκληρης εποχής.
Ο νησιωτικός χώρος λειτουργεί συμβολικά και κοινωνιολογικά. Η εγγύτητα των ανθρώπων θα μπορούσε να δημιουργήσει αλληλεγγύη, συχνά όμως μετατρέπεται σε ασφυκτική επιτήρηση. Η κοινότητα παρακολουθεί, σχολιάζει και αποφασίζει ποιος θεωρείται λογικός, ευπρεπής ή άξιος σεβασμού. Το νησί είναι συγχρόνως πατρίδα και εγκλεισμός, ενώ η θάλασσα χωρίζει αλλά και ανοίγει τον ορίζοντα προς το άγνωστο. Το φυσικό τοπίο, τραχύ και επιβλητικό, αντιστοιχεί στην αγριότητα του ανθρώπινου βίου, προσφέροντας παράλληλα δυνατότητα φυγής από τον κοινωνικό έλεγχο.
Η ισχυρότερη κοινωνική κριτική του έργου στρέφεται εναντίον της ψευδοηθικής. Η κοινότητα περιφρονεί τον άστεγο, τον ψυχικά ασθενή και τον διαφορετικό, ενώ ανέχεται την ανηθικότητα όσων διαθέτουν χρήμα ή κύρος. Η κηδεία της Ραλλούς κορυφώνει αυτή την αντίφαση, αφού άνθρωποι που δεν αποδέχθηκαν τον γάμο της προσέρχονται να τιμήσουν τη νεκρή. Ο μεταθανάτιος σεβασμός τους δεν εξαλείφει τη ζωντανή απόρριψη. Ο συγγραφέας υπογραμμίζει έτσι ότι η αληθινή ηθική κρίνεται από τη στάση απέναντι στον ευάλωτο άνθρωπο όταν χρειάζεται προστασία, όχι από την τυπική συμμετοχή στο πένθος όταν είναι πλέον αργά.
Η γλώσσα του Χαλκίτη κινείται ανάμεσα στον ρεαλισμό και στον λυρισμό. Στις σκηνές κοινωνικής σκληρότητας ο λόγος γίνεται άμεσος, αιχμηρός και κάποτε ωμός. Όταν όμως η αφήγηση εισέρχεται στη μνήμη, στον έρωτα και στο πένθος, αποκτά ποιητικότητα, αισθησιασμό και μεταφορικό βάθος. Οι εικόνες της φύσης, οι επαναλήψεις, οι αποσιωπήσεις και οι φιλοσοφικές διατυπώσεις συγκροτούν έναν ιδιότυπο ποιητικό ρεαλισμό όπου το καθημερινό δεν καταργείται, αλλά αποκτά δεύτερο, εσωτερικό βάθος. Επιπλέον, η σιωπή λειτουργεί ως ισότιμος τρόπος έκφρασης. Το γονάτισμα του Στέφανου στον τάφο της Ραλλούς, το κρυμμένο πρόσωπο στις παλάμες και η αδυναμία αποχωρισμού αποδίδουν το πένθος αποτελεσματικότερα από έναν εκτενή θρήνο.
Αναμφισβήτητα, ο αινιγματικός τίτλος συμπυκνώνει την πολυσημία του έργου. Ο Λούσηρος αναφέρεται ως φανταστικός φίλος του Στέφανου, χωρίς να προσδιορίζεται οριστικά. Μπορεί να είναι εσωτερικός συνομιλητής, φωνή της συνείδησης, μηχανισμός άμυνας απέναντι στη μοναξιά ή η λογική που επιβιώνει μέσα στην ψυχική αποδιοργάνωση. Η αμφίβολη ύπαρξή του βρίσκεται στο όριο ανάμεσα στο πραγματικό και στο επινοημένο και καθιστά τον αναγνώστη συμμέτοχο στη δημιουργία του νοήματος.
Ανάλογη λειτουργία έχει η «σταγόνα» που αναζητεί επίμονα ο Στέφανος. Ως ελάχιστη ποσότητα νερού παραπέμπει στη ζωή και μπορεί να συμβολίζει το ίχνος αγάπης, αλήθειας ή κατανόησης που χρειάζεται ο άνθρωπος για να συνεχίσει. Η Ραλλού, προσφωνούμενη από τον Στέφανο «Ήλιε μου», γίνεται σύμβολο φωτός, ζεστασιάς και προσανατολισμού. Ο θάνατός της ισοδυναμεί με έκλειψη του μοναδικού φωτός του. Η αρχετυπική μάνα της αρχής εκφράζει την άνευ όρων αποδοχή που ο ήρωας στερήθηκε, ενώ το ρέκβιεμ προαναγγέλλει την απώλεια και συνδέει οργανικά το άνοιγμα με την κατάληξη.
Ακόμη και το εξώφυλλο υπηρετεί αυτό το συμβολικό σύστημα. Το γυναικείο πρόσωπο αναδύεται μέσα από γαιώδεις, σκοτεινούς τόνους σαν μνήμη ή όραμα, ενώ τα φωτεινά μάτια του επαναφέρουν το μοτίβο του βλέμματος. Η αχνή δεύτερη μορφή μπορεί να παραπέμπει στις αντίθετες όψεις του θηλυκού στοιχείου, στην ψυχρή μητέρα και στην αγαπημένη που αποδέχεται, στην εγκατάλειψη και στη σωτηρία.
Πρώτη αρετή του “Λούσηρου” είναι η ψυχογραφική του διεισδυτικότητα. Ο συγγραφέας αντιμετωπίζει τον ψυχικά ασθενή ως ολοκληρωμένο πρόσωπο. Αναζητεί τις ρίζες της δοκιμασίας του στην παιδική ηλικία, στις σχέσεις και στις απώλειες, χωρίς να τον περιορίζει σε μια απλουστευτική εξήγηση. Ο αναγνώστης καλείται να δει πίσω από τη συμπεριφορά την ανθρώπινη ιστορία.
Δεύτερη αρετή είναι η οργανική σύνδεση του ατομικού με το συλλογικό. Το δράμα του Στέφανου δεν απομονώνεται από το ιστορικό περιβάλλον, την οικογένεια, το σχολείο και την τοπική κοινωνία. Έτσι, το έργο υπερβαίνει τα όρια μιας προσωπικής τραγωδίας και γίνεται κριτική των μηχανισμών που παράγουν αποκλεισμό.
Τρίτη αρετή είναι η σύνθετη αφηγηματική κατασκευή. Η αναδρομική αφήγηση, η πολυφωνία, οι προοικονομίες, η κυκλικότητα και το ανοιχτό τέλος υπηρετούν το κεντρικό θέμα της αδυναμίας για οριστική γνώση του εαυτού και του άλλου. Η ατμόσφαιρα μυστηρίου διατηρείται χωρίς να υπονομεύει τον κοινωνικό ρεαλισμό.
Ιδιαίτερη αξία έχει, επίσης, η ηθική συγκρότηση της Ραλλούς. Η αγάπη της παρουσιάζεται ως πράξη αναγνώρισης και ελευθερίας. Μέσω αυτής ο συγγραφέας ανατρέπει κοινωνικά στερεότυπα για την ψυχική ασθένεια, τον έρωτα και τη θέση της γυναίκας. Παράλληλα, το πυκνό συμβολικό δίκτυο, ο Λούσηρος, η σταγόνα, ο ήλιος, η θάλασσα, το ρέκβιεμ, επιτρέπει πολλαπλές αναγνώσεις και προσδίδει στο έργο ποιητική αντοχή.
Τέλος, σημαντικό χάρισμα είναι η ικανότητα του μυθιστορήματος να προκαλεί αυτοκριτική χωρίς να μετατρέπεται σε διδακτικό κήρυγμα. Το έργο μας υποχρεώνει να εξετάσουμε το δικό μας βλέμμα απέναντι στη διαφορετικότητα και να αναρωτηθούμε πόσο εύκολα μια κοινωνική ετικέτα αντικαθιστά τη γνώση του πραγματικού ανθρώπου.
Σύμφωνα με τα προηγούμενα, “Ο Λούσηρος” είναι ένα ψυχογραφικό, κοινωνικό και φιλοσοφικό μυθιστόρημα πολλαπλών αναγνώσεων. Η αξία του έγκειται μόνο στη δραματική ιστορία του Στέφανου και της Ραλλούς, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτή μετατρέπεται σε στοχασμό για την ταυτότητα, την αγάπη, την ενοχή, τη μνήμη και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Η τελική εξαφάνιση του Στέφανου διατηρεί το μυστήριο και ολοκληρώνει την κυκλική σύνθεση, εφόσον ο γιος επαναλαμβάνει το ανεπούλωτο τραύμα της πατρικής απουσίας, ενώ η φράση της Σιμόν, «πήγε να βρει τη Ραλλού», μεταφέρει την ιστορία από τη βεβαιότητα του γεγονότος στην αλήθεια του συναισθήματος.
Ο αινιγματικός Λούσηρος μπορεί τελικά να είναι το μυστικό κομμάτι της ψυχής που αντιστέκεται στην απόγνωση, ο εσωτερικός φίλος που γεννιέται όταν οι εξωτερικές φωνές σωπαίνουν. Και η «σταγόνα» ίσως είναι η ελάχιστη ποσότητα αποδοχής που αρκεί για να διατηρήσει έναν άνθρωπο συνδεδεμένο με τη ζωή. Το έργο τονίζει ότι πίσω από κάθε χαρακτηρισμό, «τρελός», «άστεγος», «παράταιρος»,υπάρχει μια ανεπανάληπτη ανθρώπινη ιστορία. Αυτή η υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αποτελεί τη βαθύτερη και διαρκέστερη αρετή του μυθιστορήματος.








