Γράφει η Μαρία Συλαϊδή
(Αρθρογράφος – Συγγραφέας)

Ο Μάιος έρχεται στη ζωή μας σαν ζωγράφος και βάφει τα πάντα γύρω μας. Βάφει τον ουρανό πιο καθαρό. Βάφει τις αυλές με λουλούδια. Βάφει τα χωράφια με πράσινο που μοιάζει καινούριο, σαν να γεννήθηκε μόλις χθες. Και κάπου ανάμεσα στις μυρωδιές της άνοιξης και στο φως που γίνεται όλο και πιο γενναιόδωρο, ο άνθρωπος θυμάται κάτι που ίσως είχε ξεχάσει,πως η ζωή δεν είναι μόνο μέρες,είναι αποχρώσεις. Γιατί αν κοιτάξεις καλά, θα δεις πως τίποτα δεν είναι μονόχρωμο. Ούτε ο ουρανός, ούτε η θάλασσα, ούτε η καρδιά μας. Υπάρχει το άσπρο που μοιάζει με αρχή.
Υπάρχει το μαύρο που μοιάζει με φόβο,κι όμως όταν το άσπρο και το μαύρο συναντηθούν, γεννιέται το γκρι. Και το γκρι δεν είναι ούτε φως ούτε σκοτάδι. Είναι το «ενδιάμεσο» που μας μαθαίνει να κάνουμε υπομονή. Και μετά υπάρχει το κόκκινο, το χρώμα της δύναμης, της καρδιάς, του θάρρους. Αν το ενώσεις με το κίτρινο, γεννιέται το πορτοκαλί που μοιάζει σαν γέλιο παιδιού, σαν ήλιος που δεν θέλει να φύγει. Και κάπως έτσι είναι κι ο άνθρωπος. Αν ανακατέψεις τις στιγμές του, τις χαρές του, τις λύπες του, τα όνειρά του και τις δοκιμασίες του, δεν βγαίνει πάντα κάτι τέλειο, βγαίνει όμως κάτι αληθινό. Και η αλήθεια έχει πάντα χρώμα. Αυτό το παραμύθι, λοιπόν, δεν είναι για πριγκίπισσες και δράκους,είναι για την παλέτα της ζωής. Για το πώς μεγαλώνουν τα παιδιά.
Για το πώς δυναμώνουν οι ψυχές. Και για το πώς μπορούμε όλοι, μικροί και μεγάλοι, να μάθουμε να ζωγραφίζουμε τον κόσμο μας ξανά. Γιατί, τελικά, η ελπίδα είναι να μη φοβάσαι να προσθέσεις χρώμα.
Μικρές συμβουλές για:
Γονείς
*Μην διορθώνετε τη ζωγραφιά του παιδιού. Δεν είναι διαγωνισμός. Είναι η ψυχή του πάνω στο χαρτί.
*Όταν το παιδί θυμώνει, δοκιμάστε να του πείτε:
«Τι χρώμα έχει ο θυμός σου σήμερα;»
Θα σας εκπλήξει η απάντηση.
Εκπαιδευτικούς
*Χρησιμοποιήστε τα χρώματα ως εργαλείο συναισθηματικής αγωγής: «ζωγραφίζω τη μέρα μου», «βάφω το συναίσθημά μου».
*Ενισχύστε τη διαφορετικότητα μέσα από τη χρωματική παλέτα,κανένα χρώμα δεν περισσεύει, όλα έχουν κάποιο ρόλο.
*Δημιουργήστε στην τάξη έναν «Τοίχο Χρωμάτων». Κάθε εβδομάδα τα παιδιά διαλέγουν το χρώμα που τους αντιπροσωπεύει και γράφουν μια μικρή φράση.
Δραστηριότητα (Κατασκευή για παιδιά)
«Η Παλέτα της Ψυχής μου»
Υλικά:χαρτόνι ή χοντρό χαρτί,μπογιές ή τέμπερες,πινέλα,ψαλίδι,κόλλα,μικρά χρωματιστά χαρτάκια ή γκοφρέ,μαρκαδόροι.
Οδηγίες: Κόψτε ένα χαρτόνι σε σχήμα παλέτας (σαν αυτές των ζωγράφων).Πάνω στην
παλέτα ζωγραφίστε 6 κύκλους/κηλίδες χρώματος. Σε κάθε χρώμα γράψτε από κάτω τι σημαίνει για εσας: Κίτρινο: χαρά Μπλε: ηρεμία Κόκκινο: θάρρος Πράσινο: ελπίδα Μωβ:
όνειρα Γκρι: μέρες που χρειάζομαι αγκαλιά. Στο τέλος γράψτε στο κέντρο, «Εγώ είμαι όλα αυτά μαζί.»
Προτάσεις βιβλίων
Τα κραγιόνια και το βιβλίο των χρωμάτων – Drew Daywalt
Τα περίφημα Κραγιόνια του Drew Daywalt και του Oliver Jeffers είναι μια ευφάνταστη και διασκεδαστική σειρά βιβλίων, γεμάτη χρώμα! Το κάθε κραγιόνι έχει τη δική του προσωπικότητα και τις δικές του εμπειρίες, και όλα μαζί δεν διστάζουν να τις μοιραστούν, με τρυφερότητα αλλά και χιούμορ.
Το τερατάκι των χρωμάτων – LLENAS ANNA
Ένα βιβλίο γεμάτο ευαισθησία, που ενθαρρύνει τα μικρά παιδιά να ανοιχτούν και να συζητήσουν πώς νιώθουν, ακόμα κι όταν τα συναισθήματά τους είναι μπερδεμένα
Το παραμύθι με τα χρώματα – Αλέξης Κυριτσόπουλος
Το ουράνιο τόξο έφυγε, γιατί δεν του έδιναν σημασία. Και πήρε κι όλα τα χρώματα μαζί του. Κι όλα έγιναν άσπρα, γκρίζα και μαύρα. Τρία παιδιά ξεκίνησαν να το βρουν και να το φέρουν πίσω. Θα τα καταφέρουν;
Διήγημα
«Ένα παράξενο χρώμα»
Στο χωριό της Λευκοθέας, ο Μάιος είχε πάντα κάτι μαγικό. Δεν ήταν μόνο τα λουλούδια που ξεπετάγονταν παντού σαν μικρές φωτιές πάνω στη γη. Δεν ήταν μόνο οι κερασιές που γέμιζαν ροζ και άσπρα άνθη, σαν να είχε πέσει πάνω τους χιόνι από παραμύθι. Ήταν το φως.
Το φως του Μαΐου δεν έμοιαζε με κανένα άλλο φως. Ήταν σαν να κατέβαινε από τον ουρανό
και να άγγιζε όλη τη πλάση με στοργή σαν να τους έλεγε: «Ξυπνήστε, ήρθε η ώρα να γίνετε όμορφα».
Η Λευκοθέα ήταν ένα κορίτσι με μαλλιά ξανθά σαν το στάχυ και μάτια που άλλαζαν χρώμα ανάλογα με τον ουρανό. Άλλοτε γίνονταν μπλε, άλλοτε πράσινα, άλλοτε γκρίζα, όταν μελαγχολούσε. Εκείνο το πρωινό, τα μάτια της Λευκοθέας είχαν μια γκρίζα απόχρωση και η γιαγιά της αποφάσισε να της κάνει ένα δώρο. Ένα ξύλινο κουτί.
«Τι είναι;» ρώτησε η Λευκοθέα, κρατώντας το προσεκτικά.
Η γιαγιά της χαμογέλασε. Ήταν από εκείνες τις γιαγιάδες που δεν μιλούσαν πολύ, αλλά κάθε τους λέξη είχε βάρος, σαν να έδινε ένα μάθημα ζωής.
«Άνοιξέ το», της είπε.
Η Λευκοθέα άνοιξε το κουτί και μέσα βρήκε μικρά βαζάκια με χρώματα. Κόκκινο. Κίτρινο.
Μπλε. Πράσινο. Μωβ. Άσπρο. Μαύρο. Και ένα βαζάκι κλειστό, χωρίς ετικέτα.
«Γιαγιά, είναι μπογιές!»
«Είναι κάτι παραπάνω», είπε η γιαγιά. «Είναι σαν τα χρώματα της ζωής».
Η Λευκοθέα πήρε το κόκκινο και το κοίταξε. Έμοιαζε όντως ζωντανό, σαν μια καρδιά που χτυπά δυνατά.
«Και τι να τα κάνω;» ρώτησε.
«Να μάθεις να τα ανακατεύεις» είπε η γιαγιά της αινιγματικα.
Η Λευκοθέα γέλασε «Μα όλοι ξέρουν να ανακατεύουν χρώματα!»
Η γιαγιά της κούνησε το κεφάλι. «Όχι όλοι και όχι πάντα. Γιατί δεν είναι όλα τα χρώματα εύκολα, ούτε όλα τα συναισθήματα».
«Δεν καταλαβαίνω» είπε η Λευκοθέα κρατώντας το κουτί..
Το απόγευμα, ανέβηκε στη σοφίτα. Εκεί είχε το μικρό της τραπεζάκι, ένα τετράδιο
ζωγραφικής και ένα παράθυρο που έβλεπε όλο το χωριό. Άπλωσε τα χρώματα μπροστά της και ξεκίνησε. Πρώτα έβαλε λίγο κίτρινο και λίγο κόκκινο και τα ανακάτεψε προσεκτικά.
Τότε,γεννήθηκε το πορτοκαλί. Η Λευκοθέα χαμογέλασε.
«Αυτό είναι σαν τον ήλιο!» είπε δυνατά.
Μετά πήρε μπλε και κίτρινο και γεννήθηκε το πράσινο. «Αυτό είναι σαν τα φύλλα!» είπε.
Ύστερα πήρε άσπρο και μαύρο και γεννήθηκε το γκρι. Και το γκρι, δεν της άρεσε.
«Είναι άσχημο», μουρμούρισε.
Τότε άκουσε κάτι. Έναν ήχο σαν μικρό φτερούγισμα. Η Λευκοθέα γύρισε και είδε ένα σπουργίτι να κάθεται στο παράθυρο. Το σπουργίτι την κοίταξε, σαν να είχε κάτι να της πει.
«Τι θέλεις;» ρώτησε η Λευκοθέα.
Το σπουργίτι τίναξε τα φτερά του και τότε η Λευκοθέα παρατήρησε κάτι. Το χρώμα του δεν ήταν απλώς καφέ. Ήταν καφέ με γκρι. Με λίγο λευκό. Με μικρές χρυσές γραμμές στο φως.
Ήταν πολλά χρώματα μαζί και ένιωσε μια περίεργη σκέψη να γυρίζει μέσα στο μυαλό της.
Ίσως το γκρι να μην ήταν άσχημο. Ίσως να ήταν απλώς ένα διαφορετικό χρώμα.
Άνοιξε το άγνωστο βαζάκι χωρίς ετικέτα και τότε πάγωσε. Το χρώμα μέσα ήταν παράξενο.
Δεν ήταν μπλε. Δεν ήταν μωβ. Δεν ήταν μαύρο. Ήταν ένα χρώμα βαθύ, σχεδόν σαν νύχτα,
μα είχε μέσα του κάτι λαμπερό. που έμοιαζε σαν τη λάμψη που έχουν τα αστέρια.
Η Λευκοθέα το άγγιξε με το πινέλο και προσπάθησε να το ανακατέψει με το κόκκινο,αλλά δεν συνέβη τίποτα. Με το κίτρινο,πάλι τίποτα. Με το άσπρο. Τίποτα. Το χρώμα έμενε ίδιο σαν να
της έλεγε: «Εγώ δεν αλλάζω».
Η Λευκοθέα θύμωσε. «Μα γιατί; Όλα τα χρώματα ανακατεύονται!»
Και τότε το σπουργίτι πέταξε μέσα στο δωμάτιο, κάθισε δίπλα στο βαζάκι και κελάηδησε.
Ήταν σαν να γελούσε. Η Λευκοθέα έτρεξε κάτω στη γιαγιά της.
«Γιαγιά! Υπάρχει ένα χρώμα που δεν ανακατεύεται! Μάλλον,είναι χαλασμένο!»
Η γιαγιά της την κοίταξε «Δεν είναι χαλασμένο».
«Τότε τι είναι;» ρώτησε αμέσως.
«Είναι το χρώμα που θυμίζει σε όλους πως δεν χρειάζεται να αλλάξεις για να αξίζεις».
Η Λευκοθέα έμεινε άφωνη. «Μα τότε γιατί υπάρχει;»
Η γιαγιά ακούμπησε το χέρι της στον ώμο της εγγονής της.
«Για να μάθεις κάτι πολύ σημαντικό. Πως στον κόσμο υπάρχουν άνθρωποι σαν αυτό το χρώμα. Που δεν μοιάζουν με τους άλλους. Που δεν ταιριάζουν εύκολα με όλους. Που δεν ανακατεύονται με όλα. Και κάποιοι τους λένε “παράξενους”,μα στην πραγματικότητα είναι απλώς μοναδικοί».
Η Λευκοθέα την κοίταξε προσεκτικά «Δηλαδή κι εγώ μπορώ να είμαι διαφορετική;»
Η γιαγιά χαμογέλασε. «Εσύ ήδη είσαι».
Η Λευκοθέα ανέβηκε ξανά στη σοφίτα. Κάθισε μπροστά στο χαρτί της και τότε, για πρώτη φορά, δεν προσπάθησε να ανακατέψει το χρώμα. Το άφησε μόνο του και το ζωγράφισε στο κέντρο της σελίδας. Και γύρω του ζωγράφισε όλα τα άλλα χρώματα,το κόκκινο σαν καρδιά,
το κίτρινο σαν ήλιο, το πράσινο σαν ελπίδα, το μπλε σαν γαλήνη, το μωβ σαν όνειρο, το γκρι σαν μέρα δύσκολη και στο τέλος κατάλαβε ότι δεν χρειάζεται όλα να ανακατεύονται. Μερικά πράγματα πρέπει να μένουν όπως είναι για να θυμίζουν στον κόσμο πως η ομορφιά δεν είναι
μόνο στις αποχρώσεις αλλά και στη μοναδικότητα. Το σπουργίτι κελάηδησε πάλι και η Λευκοθέα χαμογέλασε, σαν να είχε βρει κάτι που έψαχνε καιρό. Όχι ένα χρώμα,αλλά τον εαυτό της.
Και μην ξεχνάτε,η ζωή είναι μια παλέτα και κάθε άνθρωπος είναι ένα χρώμα. Άλλοι ανακατεύονται εύκολα, άλλοι δυσκολεύονται,αλλά όλοι έχουν θέση στο ίδιο έργο. Γιατί ο κόσμος δεν έγινε για να είναι ίδιος έγινε για να είναι πολύχρωμος.








