Γράφει η Μαρία Συλαϊδή
(Αρθρογράφος – Συγγραφέας)

Λένε πως υπάρχουν μέρες που ο χειμώνας αφήνει το παλτό του σε μια καρέκλα και κάθεται σιωπηλός κοιτάζοντας τον ήλιο. Μέρες που ο άνεμος σιωπά, η θάλασσα ημερεύει και ο ήλιος κατεβαίνει χαμηλά, σαν να θέλει να ακουμπήσει τις στέγες των σπιτιών. Στα παλιά χρόνια πίστευαν πως αυτές οι μέρες δεν ήταν τυχαίες. Ήταν οι Αλκυονίδες ημέρες, δώρο των θεών σε μια γυναίκα που έγινε πουλί,την Αλκυόνη. Για χάρη της σταμάτησαν τους ανέμους για να φτιάξει τη φωλιά της στα βράχια. Στα χωριά, οι άνθρωποι κάθε χρόνο τις περιμένουν με ανυπομονησία. Τα παιδιά αφήνουν τα γάντια στις τσέπες, οι γιαγιάδες ανοίγουν τα παράθυρα για να μπει ο ήλιος και οι δρόμοι γεμίζουν σκιές που μοιάζουν με παιχνίδια. Είναι οι ημέρες που ο χειμώνας θυμάται πως κάποτε ήταν άνοιξη.
Μικρές συμβουλές για:
Γονείς
*Μιλήστε στα παιδιά για τις εποχές μέσα από ιστορίες και μύθους.
*Δημιουργήστε οικογενειακές «Αλκυονίδες ημέρες». Μικρές στιγμές χωρίς οθόνες, μόνο συζήτηση και παιχνίδια στον ήλιο.
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥΣ
*Χρησιμοποιήστε τον μύθο της Αλκυόνης για να συνδέσετε μυθολογία,
φυσική και συναισθηματική αγωγή.
*Ζητήστε από τα παιδιά να γράψουν ή να ζωγραφίσουν τις δικές τους
«Αλκυονίδες ημέρες».
ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ (Η δική μου Αλκυονίδα μέρα)
Υλικά: χαρτί, χρώματα, μολύβια.
Ζωγράφισε τον χειμώνα όπως τον φαντάζεσαι. Γύρω από αυτή τη μορφή πρόσθεσε ζωγραφιές που σου θυμίζουν την Άνοιξη, λουλούδια, πουλιά. Μια μέρα με ήλιο. Γράψε τρεις λέξεις που σου δίνουν χαρά και φτιάξε τη δική σου ιστορία, τι θα συνέβαινε αν ο κόσμος σταματούσε για λίγο μόνο για σένα;
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ
Οι μύθοι του Αισώπου
Ένα βιβλίο που συνδυάζει ψυχαγωγία και διδασκαλία. Οι Μύθοι του Αισώπου είναι η ιδανική επιλογή. Κάθε μύθος είναι μια ευκαιρία για αυτοστοχασμό και μάθηση.
Η Αλκυόνη – Γιώργος Κωνσταντινίδης
Είμαι η Αλκυόνη και αυτή είναι η ιστορία μου που συγκίνησε τον Δία.
Το βιβλίο του χειμώνα – Rotraunt Susanne Berner
Η Μαρία πάλι έχασε το λεωφορείο. Ο παπαγάλος της Λένας βγήκε μια βόλτα να ξεσκάσει. Το κόκκινο
πορτοφόλι τίνος είναι άραγε; Σ’ αυτό το βιβλίο θα βρεις μια ολόκληρη πόλη, με τα προάστιά της, τα σπίτια και τους δρόμους της, καθώς και κάθε λογής πράγματα. Στις εικόνες θα ανακαλύψεις πολλές μικρές ιστορίες ανθρώπων και ζώων, μια κρύα μέρα του χειμώνα. Αναζήτησε τους ήρωές τους σε κάθε σελίδα!
ΔΙΗΓΗΜΑ

Ο Λεωνίδας αγαπούσε τον χειμώνα κι ας έμοιαζε ατελείωτος με το κρύο του, αλλά μερικές φορές τον φοβόταν κιόλας. Αγαπούσε τον ήχο της βροχής στα κεραμίδια, τα σύννεφα που έμοιαζαν με βουνά και τη φωτιά που άλλαζε μορφές στο τζάκι. Μα ο πιο μεγάλος φόβος του, ήταν η αγριεμένη θάλασσα τον χειμώνα. Τη φοβόταν γιατί γινόταν μεγάλη, θυμωμένη, γεμάτη φωνές που δεν καταλάβαινε. Ο παππούς του όμως δεν τη φοβόταν ποτέ. Ο παππούς Νικήτας ήταν ψαράς από παιδί. Τα χέρια του μύριζαν αλάτι και τα μάτια του είχαν το χρώμα της θάλασσας. Όταν μιλούσε, η φωνή του ήταν σαν παλιό καΐκι που τρίζει,ήσυχη, βαριά και γεμάτη ιστορίες.
Εκείνο το πρωινό,ο Λεωνίδας ξύπνησε από ένα φως που δεν ταίριαζε με τον χειμώνα που είχε μάθει. Το δωμάτιό του είχε γεμίσει φως. Ένα φως τόσο ζεστό που τον έκανε να σηκωθεί γρήγορα από το κρεβάτι του. Άνοιξε το παράθυρο και αντί για παγωμένο αέρα, μέσα στο δωμάτιο μπήκε μια μυρωδιά θαλασσινή. Κατέβηκε τρέχοντας στην αυλή. Ο παππούς του καθόταν σε μια παλιά καρέκλα, κοιτάζοντας τη θάλασσα που ήταν ήσυχη.
Έμοιαζε με παιδί που κοιμάται.
«Σήμερα είναι Αλκυονίδες ημέρες», είπε ο παππούς χωρίς να τον κοιτάξει.
Ο Λεωνίδας κάθισε δίπλα του. «Τι είναι αυτό;»
Ο παππούς χαμογέλασε. «Είναι οι μέρες που η θάλασσα ημερεύει για λίγο».
Ο Λεωνίδας κοίταξε τον ορίζοντα. Ο παππούς του είχε δίκιο,κάτι είχε αλλάξει. Ο ήλιος γυάλιζε πάνω στο νερό σαν χιλιάδες μικρά νομίσματα. Τα καΐκια δεν κουνιόνταν σχεδόν καθόλου και τα πουλιά πετούσαν χαμηλά, σαν να ήθελαν να ακούσουν τα μυστικά της θάλασσας.
«Λένε πως μια γυναίκα, η Αλκυόνη, έκλαψε τόσο και οι θεοί λυπήθηκαν τον πόνο της.
Σταμάτησαν τους ανέμους για λίγες μέρες, για να μπορέσει να χτίσει τη φωλιά της», είπε ο παππούς του.
Ο Λεωνίδας φαντάστηκε μια γυναίκα μόνη με φτερά, να χτίζει μια φωλιά πάνω στα κύματα.
«Και γιατί μας νοιάζει αυτη η ιστορία;» ρώτησε.
Ο παππούς, τον κοίταξε αυτή τη φορά.
«Γιατί μερικές ιστορίες υπάρχουν για να μας θυμίσουν ότι όλοι χρειαζόμαστε λίγες ήσυχες μέρες για να χτίσουμε κάτι. Μια φωλιά, μια σκέψη, ένα όνειρο».
Σηκώθηκαν και περπάτησαν μαζί ως το μικρό λιμάνι. Ο παππούς άγγιξε το καΐκι του που ήταν γεμάτο με αναμνήσεις. Ο Λεωνίδας έβαλε το χέρι του στο νερό. Ήταν κρύο.
«Θα ήθελα να είναι πάντα έτσι», είπε.
Ο παππούς γέλασε. «Όχι, μικρέ,αν ήταν πάντα ήσυχη, δεν θα μάθαινες ποτέ πόσο δυνατός μπορείς να γίνεις. Οι Αλκυονίδες μέρες υπάρχουν για να θυμόμαστε πως μετά τη φουρτούνα, έρχεται η γαλήνη».
Ο Λεωνίδας σκέφτηκε τον χειμώνα σαν έναν μεγάλο θυμωμένο δράκο που κουράζεται και κοιμάται για λίγο και τότε, ο ήλιος έρχεται και του βάζει μια κουβέρτα. Καθώς γύριζαν πίσω, ο παππούς του είπε ιστορίες για ψάρια που μιλούν, για καταιγίδες που μοιάζουν με τραγούδια και για ανθρώπους που έμαθαν να περιμένουν τον ήλιο μέσα στον χειμώνα.
Το βράδυ, ο Λεωνίδας έγραψε στο τετράδιό του:
«Οι Αλκυονίδες μέρες υπάρχουν για να θυμάται ο κόσμος πως μέσα στο τρομερό κρύο
της ζωής πάντα θα υπάρχει μια στιγμή ζεστασιάς»
Και για πρώτη φορά, ο χειμώνας δεν του φάνηκε τόσο μεγάλος,ούτε τόσο παγωμένος. Και μην ξεχνάτε,οι Αλκυονίδες μέρες δεν είναι μόνο καιρός. Είναι υπενθύμιση ότι μέσα στον χειμώνα της ζωής μας, υπάρχει πάντα μια μικρή άνοιξη που περιμένει να ανθίσει.








