Γράφει η Μαρία Συλαϊδή
(Αρθρογράφος – Συγγραφέας)

Στο χωριό, λίγο πιο κάτω από τον λόφο και λίγο πιο πάνω από το ποτάμι, κάτι είχε αρχίσει να αλλάζει. Όχι απότομα,ήταν σαν μικρή, κρυφή υπόσχεση που κυκλοφορούσε στον αέρα. Οι πόρτες των σπιτιών άνοιγαν πιο νωρίς, οι μαμάδες ξεκινούσαν να δοκιμάζουν τα πρώτα γλυκά, κι εκείνη η μυρωδιά της ζάχαρης που λιώνει και γίνεται χρυσός έβγαινε στον δρόμο σαν χαιρετισμός. Τα παράθυρα άναβαν ένα ένα, όχι ακόμη με γιρλάντες, αλλά με αυτό το φως που μαρτυρά ότι μέσα στο σπίτι κάτι ετοιμάζεται. Στο φούρνο του χωριού ψήνονταν τα πρώτα κουλούρια της εποχής, και το άρωμα της κανέλας έμοιαζε σαν να ψιθυρίζει:
«Έρχεται σιγά σιγά η αρχή της γιορτής.»
Ο Νοέμβρης δεν έφερε ακόμη τη γιορτή. Έφερε όμως κάτι καλύτερο, την
προσμονή της. Κι έτσι ξεκινά ο δικός μας οδικός χάρτης, όχι με φώτα, αλλά με συναίσθημα.
Μικρές συμβουλές για:
Γονείς:
Το Βάζο της Προσμονής: Κάθε μέλος της οικογένειας γράφει σε ένα χαρτάκι τι σημαίνει γι’ αυτόν «γιορτή». Τα βάζετε όλα σε ένα βάζο και κάθε Κυριακή ανοίγετε ένα χαρτί. Έτσι η γιορτή και τα συναισθήματα χτίζονται πριν έρθουν.
Το Μυστικό άρωμα του σπιτιού: Θυμάμαι,αυτό το έκανε η γιαγιά μου. Ψεκάστε με άρωμα κανέλας ή βανίλιας τον χώρο. Η δική μου γιαγιά έφτιχνε μόνη της το άρωμα. Δεν είναι κακή ιδέα να το προσπαθήσετε. Είναι μια μικρή “σκανδαλιά μνήμης” που δημιουργεί ατμόσφαιρα χωρίς ούτε ένα στολίδι.
Η Βραδιά των Παραμυθιών: Μία φορά την εβδομάδα, κλείστε φώτα και αφήστε μόνο ένα μικρό λαμπάκι. Διαβάστε ένα παραμύθι με ήρεμη φωνή. Τα παιδιά θυμούνται για πάντα τις φωνές των γονιών τους.
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥΣ:
Το Δέντρο των Ευχών χωρίς Στολίδια: Ένα μεγάλο χαρτί με σχήμα δέντρου. Κάθε παιδί γράφει όχι δώρο, αλλά μια «ευχή καρδιάς»
Το Ταξίδι του Αστεριού: Φτιάξτε από χαρτόνι ένα μικρό αστέρι. Κάθε μέρα το αστέρι «ταξιδεύει» σε διαφορετικό θρανίο. Το παιδί που το έχει για μια μέρα γράφει μια μικρή καλοσύνη που έκανε.
ΠΑΙΔΙΑ:
Το Φως της Καρδιάς: Φτιάξε ένα δικό σου «φως» Πως; Εύκολα! Πάρε ένα χαρτί και κόψε μικρές φιγούρες. Ότι φιγούρες θέλεις ,χιονονιφάδα,ταρανδάκια,ξωτικά και με έναν φακό φώτισε τα προς το τοίχο. Έτσι το βράδυ,με αυτές τις σκιές θα πεις ιστορίες.
Προτάσεις Βιβλίων:
Το Ημερολόγιο των Χριστουγέννων – Μαρία Συλαϊδή
Όταν η Δεσποινιώ βρίσκει το μυστικό ημερολόγιο της γιαγιάς της,ανοίγει μια πύλη σε έναν κόσμο καλικαντζάρων,δοκιμασιών και Χριστουγεννιάτικης μαγείας. Ένα ταξίδι που δείχνει πως το θάρρος κρύβεται σε αυτούς που τολμούν να πιστέψουν.
5 νυχτες μέχρι τα Χριστούγεννα- Jimmy Fallon Ένα αγοράκι μετράει με
ανυπομονησία αντίστροφα μέχρι τα Χριστούγεννα.
Τα φώτα των Χριστουγέννων – Ruth Symons Ακολούθησε ένα παιδάκι και τον μπαμπά του στη διαδρομή τους πίσω στο σπίτι την Παραμονή των Χριστουγέννων.
ΔΙΗΓΗΜΑ
Η γιαγιά που δεν ήθελε τα Χριστούγεννα

Στο ίδιο αυτό χωριό όπου η γιορτή άρχιζε να ξυπνά, υπήρχε ένα σπίτι που έμενε πάντα σκοτεινό. Το σπίτι της κυρά-Μαρίνας. Οι περισσότεροι την ήξεραν ως «η γιαγιά που δεν χαμογελά». Μαζί με την πόρτα της, είχε κλειδώσει κι άλλες πόρτες. Τις πόρτες της μνήμης. Τις πόρτες της καρδιάς της.
Η κυρά-Μαρίνα δεν στόλιζε ποτέ. Δεν έβαζε λαμπάκια, δεν έψηνε κουλουράκια. Και όταν οι γιορτές πλησίαζαν, έσφιγγε τόσο δυνατά τα χείλη της που έμοιαζε σαν κάποιον που προσπαθεί να μη θυμηθεί. Τα παιδιά του χωριού την φοβόντουσαν.
«Μη μιλάς φωναχτά, θα βγει!»
«Μην τρέχεις μπροστά στο σπίτι της!»
«Είδα φως; Αποκλείεται, δεν ανάβει ποτέ!»
Έτσι έλεγαν γι’ αυτήν όλα τα παιδιά. Όλα, εκτός από ένα,την Αυγή. Η Αυγή είχε ένα παράξενο χάρισμα,έβλεπε ανθρώπους όχι όπως ήταν, αλλά όπως πονούσαν. Κι όταν έβλεπε τον πόνο, δεν τρομάζε. Ήθελε απλά να τον γιατρέψει. Ένα απόγευμα, καθώς ο Νοέμβρης έριχνε το πρώτο του ψυχρό φιλί στον αέρα, η Αυγή στεκόταν πάνω στις μύτες των ποδιών της για να δει μέσα από το παράθυρο της κυρά-Μαρίνας. Μέσα,ομως,δεν υπήρχε τίποτα παρά μόνο σκοτάδι.
«Γιατί δεν θέλεις γιορτές;» ψιθύρισε μόνη της προσπαθώντας να ανακαλύψει το μυστικό της. Η φωνή της, όμως, ακούστηκε.
«Ποιος είναι εκεί;» ακούστηκε μια βροντερή φωνή.
Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε στο κατωφλι η κυρά-Μαρίνα. Το πρόσωπό της αυστηρό σαν χειμωνιάτικο πρωινό.
Η Αυγή μάζεψε όσο κουράγιο είχε κι αφου στραβοκατάπιε,απάντησε:
«Είμαι η Αυγή. Ήθελα να δω αν χρειάζεστε κάτι.»
Η γιαγιά σήκωσε το φρύδι. «Τι να χρειάζομαι; Γιορτές δεν θέλω, φασαρία δεν θέλω, παιδιά δεν θέλω!»
Η μικρή όμως δεν φοβήθηκε. «Δεν θέλετε γιορτές ή κάτι σας πονάει;»
Η κυρά-Μαρίνα πάγωσε. Αυτή η φράση κάτι τράνταξε μέσα της.
«Προχώρα μέσα», είπε τελικά.
Το σπίτι μύριζε παλιό ξύλο και βροχή. Στο τραπέζι υπήρχε μια κούπα με τσάι που δεν είχε αγγιχτεί.
«Γιατί ήρθες;» ρώτησε αυστηρά.
«Γιατί είστε μόνη.» απάντησε όσο πιο γλυκά μπορούσε η Αυγή.
Η γιαγιά άφησε το σώμα της στην καρέκλα σαν να κουβαλούσε βάρος ετών.
«Όταν ήμουν μικρή», είπε σιγά, «οι γιορτές ήταν μέρες δύσκολες. Φτωχοί. Πολύ φτωχοί.
Ένα δέντρο δεν είχαμε, ένα στολίδι δεν είχαμε, ένα γλυκό δεν υπήρχε να μυρίσει το σπίτι.
Οι άλλοι στόλιζαν. Εμείς προσποιούμασταν πως δεν ήταν τίποτα.» Η φωνή της έσπασε.
«Από τότε, για μένα οι γιορτές είναι πληγή. Μου θύμιζαν τι δεν είχα.»
Η Αυγή πλησίασε αργά προς το μέρος της. Τα μάτια της μεγάλα, καθαρά. «Και τώρα;
Έχετε πολλά.»
Η γιαγιά γέλασε πικρά. «Τι εχω;» ρώτησε.
«Χώρο στην καρδιά σας. Μόνο που τον έχετε αφήσει για καιρό κενό.» απάντησε η Αυγή.
Για μια στιγμή, η κυρά-Μαρίνα δεν μίλησε. Κι ύστερα κάτι συνέβη. Ένα ρεύμα αέρα μπήκε από το παράθυρο όχι κρύο, αλλά ζεστό, παράξενα γιορτινό. Έφερε μαζί του μυρωδιά από πορτοκάλι, κανέλα, και κάτι άλλο κάτι που έμοιαζε με μνήμη.
Η γιαγιά σηκώθηκε απότομα απο τη καρέκλα της και κοίταξε ολόγυρά της. «Αυτό,αυτό το άρωμα…»
Η Αυγή χαμογέλασε. «Ίσως κάποιος να θέλει να σας θυμίσει κάτι.»
Ο αέρας άγγιξε το τραπέζι,πέρασε απαλά από πάνω και έριξε κάτω ένα παλιό κουτί από το ράφι που βρισκόταν πίσω από το τραπέζι. Η κυρά-Μαρίνα το πήρε στα χέρια της. Το άνοιξε. Μέσα υπήρχε ένα μικροσκοπικό στολίδι,ένα χάρτινο αστέρι, φτιαγμένο από τα
δάχτυλα του πατέρα της, δεκαετίες πριν. Το μόνο που είχε ποτέ. Η γιαγιά άρχισε να κλαίει. Τα δάκρυα της έπεφταν σαν βροχή πάνω σε ξερή γη.
«Δεν ήταν ότι δεν είχαμε», είπε. «Ήταν ότι νόμιζα πως δεν αξίζαμε και έκλεισα μέσα μου όλη τη ζεστασιά.»
Η Αυγή άγγιξε το χέρι της. «Οι γιορτές δεν θέλουν λεφτά, γιαγιά. Μια καρδιά θέλουν να ανοίξει λίγο και να δεχτεί την αγάπη.»
Η γιαγιά κοίταξε τη μικρή με βλέμμα που για χρόνια δεν είχε δείξει σε άνθρωπο. «Θες να στολίσουμε κάτι;» ρώτησε διστακτικά.
Η Αυγή έγνεψε ζωηρά. «Ναι! Αλλά όχι δέντρο. Να στολίσουμε το παράθυρο. Έτσι, όποιος περνάει, θα βλέπει το φως σας.»
Η γιαγιά έφερε το χάρτινο χρυσό αστέρι που είχε φτιάξει ο μπαμπάς της και το κρέμασαν στο τζάμι. Όταν ο αέρας φυσούσε, το αστέρι ήταν σαν να έλαμπε. Από εκείνο το βράδυ, το σπίτι της κυρά-Μαρίνας δεν ήταν πια σκοτεινό. Όχι από φώτα,αλλά από τη καρδιά της που φωτίστηκε.
Μην ξεχνάτε, δεν χρειάζονται λαμπιόνια για να αρχίσει η γιορτή. Χρειάζεται ένα μικρό παιδικό χέρι και μια καρδιά που τολμά να ανοίξει. Τα στολίδια μπαίνουν στο σπίτι, η γιορτή όμως μπαίνει μόνο στην ψυχή.








