Γράφει η Κατερίνα Παπαθεοδώρου
(Δικηγόρος Αθηνών – MSc Law and Economics, University of Piraeus)

Καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης της ενωσιακής πολιτικής στον τομέα της γεωργίας συνιστά πλέον η κλιματική αλλαγή, επηρεάζοντας άμεσα τόσο τη νομοθετική παραγωγή όσο και την κανονιστική ένταση των σχετικών ρυθμίσεων. Η αυξανόμενη συχνότητα ακραίων καιρικών φαινομένων και η υποβάθμιση των φυσικών πόρων καθιστούν αναγκαία την υιοθέτηση μέτρων που υπερβαίνουν τον παραδοσιακό παραγωγικό προσανατολισμό της αγροτικής πολιτικής.
Στο πλαίσιο αυτό, η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), όπως αναμορφώθηκε για την περίοδο 2023–2027 ενσωματώνει την περιβαλλοντική προστασία ως ουσιώδες στοιχείο των προϋποθέσεων χορήγησης ενισχύσεων. Ειδικότερα, η θέσπιση των λεγόμενων οικολογικών σχημάτων (eco-schemes) εισάγει έναν μηχανισμό εκλογής, στο μέτρο που η οικονομική ενίσχυση των παραγωγών εξαρτάται από τη συμμόρφωσή τους προς συγκεκριμένες περιβαλλοντικές υποχρεώσεις. Βασικές κατηγορίες οικολογικών σχημάτων αποτελούν η βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία, η γεωργία ακριβείας, η κυκλική οικονομία, οι αναβαθμίδες, η περιβαλλοντική διαχείριση κτηνοτροφίας κλπ. Η εν λόγω προσέγγιση αντανακλά τη μετατόπιση από ένα καθεστώς απλής στήριξης εισοδήματος σε ένα σύστημα ανταποδοτικής ενίσχυσης βάσει περιβαλλοντικών επιδόσεων.
Η νέα ΚΓΠ εισάγει μια “πράσινη αρχιτεκτονική” που συνδέει τις ενισχύσεις με περιβαλλοντικές δεσμεύσεις:
- Ενισχυμένη Πολλαπλή Συμμόρφωση (Conditionality): Οι γεωργοί υποχρεούνται να τηρούν κανόνες, όπως η προστασία των υγροτόπων, για να λάβουν άμεσες ενισχύσεις.
- Οικολογικά Σχήματα (Eco-schemes): Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διαθέτουν σημαντικό μέρος των άμεσων ενισχύσεων (25%) για εθελοντικές δράσεις των γεωργών που ευνοούν το κλίμα και το περιβάλλον.
- Στρατηγικά Σχέδια ΚΓΠ: Κάθε κράτος μέλος σχεδιάζει εθνικές παρεμβάσεις για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της περιοχής.
Παράλληλα, ο Ευρωπαϊκός Κλιματικός Νόμος καθιερώνει δεσμευτικό στόχο επίτευξης κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050, εισάγοντας ένα οριζόντιο κανονιστικό πλαίσιο με διατομεακή εφαρμογή. Αν και δεν περιέχει ειδικές ρυθμίσεις αποκλειστικά για τον αγροτικό τομέα, η κανονιστική του εμβέλεια επηρεάζει εμμέσως αλλά ουσιωδώς τη γεωργική δραστηριότητα, ιδίως ως προς τη μείωση εκπομπών και τη βιώσιμη διαχείριση πόρων.
Οι ανωτέρω κατευθύνσεις εξειδικεύονται μέσω επιμέρους υποχρεώσεων που επιβάλλονται στους παραγωγούς. Ενδεικτικά, προβλέπονται περιορισμοί στη χρήση λιπασμάτων και φυτοπροστατευτικών προϊόντων, υποχρεώσεις διατήρησης εκτάσεων σε αγρανάπαυση, καθώς και μέτρα για την προστασία των υδάτινων και εδαφικών πόρων. Οι ρυθμίσεις αυτές, αν και υπηρετούν σκοπούς γενικότερου συμφέροντος, εγείρουν ζητήματα αναλογικότητας, ιδίως όταν συνεπάγονται αύξηση του κόστους παραγωγής ή μείωση της γεωργικής απόδοσης.
Περαιτέρω η εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου συνοδεύεται από αυξημένη διοικητική επιβάρυνση. Η πολυπλοκότητα των διαδικασιών συμμόρφωσης και ελέγχου ενδέχεται να λειτουργήσει αποτρεπτικά, ιδίως για μικρής κλίμακας εκμεταλλεύσεις, οι οποίες δεν διαθέτουν επαρκείς διοικητικούς και τεχνικούς πόρους. Κατά συνέπεια, τίθεται ζήτημα έμμεσης άνισης μεταχείρισης, υπό την έννοια ότι οι μικρότεροι παραγωγοί πλήττονται δυσανάλογα από την κανονιστική επιβάρυνση.
Υπό το πρίσμα αυτό, ανακύπτει η ανάγκη στάθμισης μεταξύ συγκρουόμενων έννομων αγαθών, δηλαδή αφενός της προστασίας του περιβάλλοντος και της επίτευξης των κλιματικών στόχων, αφετέρου της διασφάλισης της επισιτιστικής επάρκειας και της οικονομικής βιωσιμότητας της γεωργικής δραστηριότητας. Η εν λόγω στάθμιση θα πρέπει να διενεργείται με γνώμονα την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο ενωσιακό δίκαιο.
Εν προκειμένω, κρίσιμη καθίσταται η υιοθέτηση ρυθμιστικών εργαλείων που δεν εξαντλούνται σε απαγορευτικές ή περιοριστικές διατάξεις, αλλά ενσωματώνουν μηχανισμούς κινήτρων και ενίσχυσης της καινοτομίας με την προώθηση τεχνολογιών, όπως η γεωργία ακριβείας, καθώς και η παροχή ευελιξίας στα κράτη- μέλη ως προς την εφαρμογή των μέτρων. Συμπερασματικά, το ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής στον αγροτικό τομέα χαρακτηρίζεται από περιβαλλοντικό προσανατολισμό. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα του πλαισίου αυτού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ορθή εφαρμογή του και την τήρηση των θεμελιωδών αρχών του δικαίου, ιδίως της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης. Η επίτευξη μιας λειτουργικής ισορροπίας μεταξύ περιβαλλοντικής προστασίας και αγροτικής παραγωγής παραμένει συνεπώς ένα δυναμικό και εξελισσόμενο νομικό ζητούμενο.








