Γράφει η Αικατερίνη Χαρ. Παπαθεοδώρου
(Δικηγόρος Αθηνών
MSc Law and Economics, University of Piraeus)

Η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Μερκοσούρ (Mercado Comun del Sur) αποτελεί μία από τις σημαντικότερες- και πιο αμφιλεγόμενες- εμπορικές πρωτοβουλίες των τελευταίων ετών και ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα για το μέλλον της ευρωπαϊκής και κατ’ επέκταση της ελληνικής γεωργίας.
Τον Σεπτέμβριο του 2025 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε προτάσεις αποφάσεων του Συμβουλίου σχετικά με την υπογραφή και τη σύναψη δύο παράλληλων νομικών πράξεων: της συμφωνίας εταιρικής σχέσης ΕΕ-Mercosur (EMPA) και της ενδιάμεσης εμπορικής συμφωνίας (iTA). Η iTA θα λήξει όταν η ΕΜΡΑ επικυρωθεί πλήρως από τα κράτη μέλη και τεθεί σε ισχύ. Στις 9 Ιανουαρίου 2026, το Συμβούλιο έδωσε το πράσινο φως για την υπογραφή των συμφωνιών, ενώ στις 17 Ιανουαρίου 2026 η συμφωνία ΕΕ- Mercosur (Συμφωνία εταιρικής σχέσης & Ενδιάμεσο Εμπορικό πλαίσιο), υπεγράφη στην Ασουνσιόν της Παραγουάης. Στο επόμενο στάδιο απαιτείται η έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καθώς και των εθνικών κοινοβουλίων των κρατών- μελών της ΕΕ και της Mercosur. Επομένως, παρότι η κύρωσή της δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, οι συζητήσεις γύρω από τις επιπτώσεις της έχουν ήδη προκαλέσει έντονο προβληματισμό, ιδίως στον αγροτικό πληθυσμό των κρατών- μελών της ΕΕ και κατ’ επέκταση και στην Ελλάδα.
Η παρούσα ανάλυση επιχειρεί να δώσει φως όχι μόνο στις οικονομικές, αλλά και τις νομικές και θεσμικές διαστάσεις της συμφωνίας, υπό το πρίσμα του αγροτικού και κτηματολογικού δικαίου, εστιάζοντας στις ενδεχόμενες επιπτώσεις στο αγροτικό εισόδημα αλλά και στο καθεστώς της αγροτικής ιδιοκτησίας γης.
Τι είναι η Μερκοσούρ και ποιο είναι το θεσμικό πλαίσιο της συμφωνίας με την ΕΕ;
Η Μερκοσούρ αποτελεί περιφερειακή οικονομική και τελωνειακή ένωση κρατών της Νότιας Αμερικής, με κύρια μέλη τη Βραζιλία, την Αργεντινή, την Ουρουγουάη και την Παραγουάη. Είναι η Κοινή Αγορά του Νότου — ένας εμπορικός συνασπισμός της Νότιας Αμερικής που ιδρύθηκε το 1991. Η Βενεζουέλα προσχώρησε το 2012, αλλά η ιδιότητα μέλους της ανεστάλη το 2017. Τον Δεκέμβριο του 2012 υπεγράφη το πρωτόκολλο προσχώρησης της Βολιβίας στη Mercosur. Εκκρεμεί η επικύρωσή του από τα κοινοβούλια των χωρών της Mercosur. Από κοινού, οι χώρες της Mercosur αποτελούν την 6η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο με συνολικό πληθυσμό 270 εκατομμύρια. Από το 2019 έχει επιτευχθεί κατ’ αρχήν πολιτική συμφωνία με την ΕΕ για τη δημιουργία ζώνης ελεύθερου εμπορίου, η οποία καλύπτει πληθυσμό άνω των 700.000.000 ανθρώπων.
Η συμφωνία προβλέπει, μεταξύ άλλων, σταδιακή μείωση ή κατάργηση δασμών σε πληθώρα προϊόντων, με ιδιαίτερη έμφαση στα αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα, γεγονός που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις σε αρκετά κράτη- μέλη της ΕΕ.
Τι προβλέπεται ειδικά για τα αγροτικά προϊόντα;
Στο πλαίσιο της συμφωνίας:
- Εισάγονται ποσοστώσεις για προϊόντα όπως το βοδινό κρέας, τα πουλερικά, η ζάχαρη, ρύθμιση που εγείρει ζητήματα συμβατότητας με τους στόχους της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), όπως αυτοί κατοχυρώνονται στο άρθρο 39 ΣΛΕΕ, ιδίως ως προς τη διασφάλιση δίκαιου εισοδήματος για τον αγροτικό πληθυσμό,
- Μειώνονται σημαντικά οι δασμοί για προϊόντα χαμηλού κόστους παραγωγής από χώρες της Μερκοσούρ,
- Προβλέπονται μεταβατικές περίοδοι, χωρίς ωστόσο να αίρεται ο μακροπρόθεσμος ανταγωνισμός.
Το κρίσιμο ζήτημα για τους Ευρωπαίους- και ιδίως τους Έλληνες- παραγωγούς είναι ότι οι χώρες της Μερκοσούρ λειτουργούν με διαφορετικά περιβαλλοντικά, εργασιακά και υγειονομικά πρότυπα, γεγονός που μεταφράζεται σε χαμηλότερο κόστος παραγωγής. Η απόκλιση αυτή δημιουργεί συνθήκες άνισου ανταγωνισμού, καθώς οι παραγωγοί τρίτων χωρών δεν υπόκεινται στο ίδιο κανονιστικό βάρος που επιβάλλεται στους Ευρωπαίους αγρότες.
Σε μια γεωργία, όπως η ελληνική, η οποία χαρακτηρίζεται από μικρομεσαίες εκμεταλλεύσεις οικογενειακού κυρίως χαρακτήρα και με έντονη εξάρτηση από ευρωπαϊκές ενισχύσεις, η ενδεχόμενη αύξηση εισαγωγών φθηνών αγροτικών προϊόντων από τρίτες χώρες, ενδέχεται να πιέσει τις τιμές του παραγωγού, να μειώσει τη βιωσιμότητα ορισμένων καλλιεργειών και κυρίως να εντείνει την εγκατάλειψη αγροτικής γης, ιδίως σε περιοχές με ήδη εύθραυστη αγροτική οικονομία.
Η λιγότερο συζητημένη διάσταση: αγροτική γη και ιδιοκτησιακό καθεστώς.
Πέραν των άμεσων οικονομικών επιπτώσεων, οι διεθνείς εμπορικές εξελίξεις επηρεάζουν και την αγροτική ιδιοκτησία γης. Η μείωση της οικονομικής βιωσιμότητας των εκμεταλλεύσεων μπορεί να οδηγήσει σε εγκατάλειψη καλλιεργούμενων εκτάσεων, σε αύξηση αγροτικών μισθώσεων χωρίς επαρκή νομική προστασία (άτυπες αγροτικές μισθώσεις), σε μεταβιβάσεις ή συγκέντρωση γης.
Στην ελληνική έννομη τάξη, όπου η αγροτική γη συχνά χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό και ιστορικές ιδιοκτησιακές ασάφειες, οι εξελίξεις αυτές καθιστούν ιδιαίτερα κρίσιμη τη σαφή κατοχύρωση των εμπράγματων δικαιωμάτων. Ζητήματα όπως η ακρίβεια των κτηματολογικών εγγραφών, η ύπαρξη τίτλων ιδιοκτησίας, οι επίλυση διαφορών χρησικτησίας, οι δασικοί χαρακτηρισμοί καθίστανται καθοριστικής σημασίας, όχι μόνο για την ιδιοκτησία καθαυτή, αλλά και για τη διατήρηση δικαιωμάτων επιδοτήσεων και ενισχύσεων. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου αγροτεμάχια εμφανίζονται ως δασικές εκτάσεις ή με εσφαλμένα όρια, με αποτέλεσμα ιδιοκτησιακές αμφισβητήσεις αλλά και απώλεια ή περικοπή αγροτικών ενισχύσεων.
Η αγροτική γη αποτελεί διαχρονικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Σε ένα μεταβαλλόμενο διεθνές πλαίσιο, η νομική της θωράκιση καθίσταται περισσότερο αναγκαία από ποτέ. Η προσαρμογή σε αυτές τις συνθήκες απαιτεί σωστή νομική στρατηγική και οργάνωση με κατοχύρωση της αγροτικής ιδιοκτησίας, έγκαιρη τακτοποίηση κτηματολογικών εκκρεμοτήτων και πρόληψη απώλειας δικαιωμάτων λόγω διοικητικών σφαλμάτων. Συνεπώς, ανεξαρτήτως της τελικής κύρωσης ή μη της συμφωνίας ΕΕ- Μερκοσούρ, καθίσταται σαφές ότι το διεθνές εμπορικό περιβάλλον γίνεται ολοένα και πιο απαιτητικό για τον Έλληνα αγρότη και αυτός θα πρέπει να προσαρμοστεί στις συνθήκες χρησιμοποιώντας όλα τα όπλα που υπάρχουν στη νομική φαρέτρα του.








