Γράφει ο Περικλής Καπετανόπουλος
(Δημοσιογράφος-ιστορικός
Master of Arts (MA) in Journalism
MA (Master of Arts) in Contemporary History
Διευθυντής σύνταξης του ενημερωτικού site:

Στα 1823 είχε ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των Ελλήνων με κύριο θέατρο την Πελοπόννησο. Η επαναστατημένη Ελλάδα είχε χωριστεί στα δύο, με δυο Εκτελεστικά Σώματα (Κυβερνήσεις) και δύο Βουλές.
Από τη μια μεριά, οι κοτζαμπάσηδες, οι μεγαλοκαραβοκύρηδες και οι Φαναριώτες, και από την άλλη, οι καπεταναίοι και ορισμένοι προύχοντες, όπως ο Γ.Σισίνης που αποσχίστηκαν από την «Αχαϊκή Εταιρεία», για τους δικούς τους λόγους ο καθένας.
Οι δυο αντίπαλες παρατάξεις, δεν περιορίζονταν μόνο σε απειλές.
Οι δύο Αντρέηδες (Ζαΐμης και Λόντος) αποφάσισαν να εισβάλλουν στην Ηλεία διότι « Ο Σισίνης δεν ήτο με την γνώμη τους και ήτον ενάντιος. Αυτοί εμάζευσαν στρατιώτας και επήγαν εναντίον του Σισίνη δια να τον χαλάσουν και να ενώσουν την Γαστούνην, με την Αχαϊκή τους Συμμαχίαν. Έτσι άρχισεν ο πόλεμος», γράφει ο Κολοκοτρώνης δια χειρός Γ.Τερτσέτη.
Όλα αυτά συμβαίνουν τον καιρό που στην Αχαΐα οι Τούρκοι κρατούσαν ακόμα το κάστρο της Πάτρας, δηλαδή την «πόρτα» του Μοριά, για την είσοδο εχθρικών στρατευμάτων από την Δυτική Στερεά Ελλάδα και την Ήπειρο.
Το τουρκικό στρατόπεδο της Πάτρας, σχημάτιζε ένα ενιαίο αμυντικό σύστημα με το φρούριο της Ναυπάκτου και τα καστέλια του Ρίου και του Αντιρρίου. Αντί να ασχοληθούν λοιπόν οι Αχαιοί πρόκριτοι με τα εχθρικά στρατεύματα, προτίμησαν να εκστρατεύσουν εναντίον της γειτονικής επαρχίας. Η εθνική συνείδηση παντελώς απούσα, ο τοπικισμός κυρίαρχος και τα ίδια συμφέροντα υπεράνω όλων.
Έτσι στα τέλη του Οκτωβρίου του 1823, εισβάλλουν στην Ηλεία δύο χιλιάδες ένοπλοι, με αρχηγούς το Ζαΐμη και το Λόντο, οι οποίοι επιδίδονται σε λεηλασίες και καταστροφές.
Ο προεστός της Γαστούνης και κοτζάμπασης επί Τουρκοκρατίας Γεώργιος Σισίνης, κάλεσε τους καπεταναίους της επαρχίας να αντισταθούν ενόπλως. Μα αν οι κοτζαμπάσηδες είχαν όρεξη για πόλεμο, οι στρατιώτες και οι καπεταναίοι δεν σκόπευαν να αλληλοσκοτωθούν για «ξένα νιτερέσα».
Γράφει ο Δ.Μελετόπουλος σε επιστολή του στο Λόντο: «Μερικοί καπεταναίοι έστρεξαν εις τους λόγους του (του Σισίνη), οι περισσότεροι όμως του απεκρίθησαν, ότι τουφέκι δεν ανοίγουν…»
Η μοναδική σύγκρουση μεταξύ των δυο αντιπάλων έγινε στο Μοναστήρι της Αγίας Ελεούσας. Ο Δημήτρης Καραμέρος με εντολή του Σισίνη χτύπησε τους στρατιώτες του Λόντου, σκοτώνοντας δύο και αναγκάζοντας τους να υποχωρήσουν στη Λυγιά. Αλλά και οι στρατιώτες των Αχαιών προκρίτων, δεν έδειξαν καμιά διάθεση για αλληλοσφαγή και μόλις έμαθαν ότι έρχεται ο Κολοκοτρώνης σε βοήθεια του Σισίνη, τους εγκατέλειψαν και γύρισαν στα χωριά τους.
«Ευτυχώς οι κατά του Σισίνη οπλισθέντες, διαιρεθέντες απεσύρθησαν, διότι απεδείχθη ότι ο λαός ουδέν μέρος λαμβάνων εις τας ραδιουργίας των φιλοδόξων αυτού προκρίτων, ούτε διάθεσιν είχε, ούτε συμφέρον ν’ αλληλοσφαγή υπέρ αυτών», γράφει ο Χέρτσμπεργκ.
Μέσα σε αυτή την γενικευμένη αναταραχή και ακαταστασία παραμελήθηκε, από τους προύχοντες και των δύο παρατάξεων, το πολεμικό καθήκον, η τροφοδοσία δηλαδή των στρατευμάτων της Δυτικής Στερεάς και του Μεσολογγίου, τα οποία ήταν οι προφυλακές του Μοριά για την απόκρουση νέας εχθρικής εισβολής.
Στην Ηλεία, ένας καπετάνιος έμεινε πιστός στο πολεμικό του χρέος ως στρατιωτικός, μακριά από τις εμφύλιες διαμάχες.
Όπως μαρτυρούν τα ιστορικά τεκμήρια, αυτός ήταν ο Κωνσταντίνος Παπαδημητρόπουλος ή Καπετάν Κωνσταντής Ανδραβιδιώτης όπως πέρασε στην Ιστορία.

Εν μέσω εμφυλίου πολέμου, κινήθηκε σε όλη την Επαρχία και νοιάστηκε να συγκεντρώσει τα απαραίτητα τρόφιμα και εφόδια από την επαρχία, από τα «Εθνικά Δικαιώματα», την φορολογία δηλαδή των πρώην τουρκικών κτημάτων για να σταλούν από την Γλαρέντζα στο Μεσολόγγι. Αυτή του η πράξη, υπάρχει καταγραμμένη σε επιστολή που έστειλε ο εκτελών χρέη Επάρχου Ηλείας Γ.Καλαμογδάρτης προς τους Ζαΐμη και Λόντο, με ημερομηνία 18 Νοεμβρίου 1823.
Την παραθέτω ολόκληρη:
«Τω Εκλαμπροτάτω Κυρίω Ανδρέα Ζαίμη και Εξοχωτάτω στρατηγώ Κυρίω Ανδρέα Λόντο.
Εις Ανδραβίδαν
Εκλαμπρότατε και Εξοχώτατε,
Πολάκις σας επαρέστησα και δια ζώσης και εγγράφως με καθαρότητα ψυχής, τον ζήλον και την προθυμίαν όπου ο Καπετάν Κωνσταντής έδειξε και δεικνύει δια την σύναξιν των Εθνικών δικαιωμάτων των αναγκαιούντων εις βοήθειαν της Δυτικής Ελλάδος. Ιδού και ήδη σας γνωστοποιώ, ότι ο ίδιος βλέποντας την αργοπορίαν της συνάξεως, δεν έλλειψε (παρέλειψε) να στείλει και δύναμιν Εκτελεστικήν ικανήν, συνοδευομένην με διαταγάς του Επαρχείου τούτου επ’ αυτό τούτο εις όλα τα χωρία και εξόχως εις εκείνα όπου είναι αγορασμένα από την γενναιότητα του, πλην οι χωριάται, άλλοι δεν ηξεύρω δια ποίους λόγους αναβάλλουν τον καιρόν από του να κατεβάσουν εις τα παραθαλάσσια και άλλοι αποποιούνται να πληρώσουν εις τα δέκα, τρία, αλλά δύο μόνον και αυτά όχι με απόφασιν να τα κατεβάσουν εις τον συνηθισμένον τόπον, αλλά να τα φυλάξωσιν εις τα ίδια τα χωρία, ως απεκρίθησαν του Καπετάν Κωνσταντίνου εις τους ανθρώπους οπού έστειλε και δεν εδέχθησαν παντελώς.
Η γενναιότης του λοιπόν, επειδή και από εκείνα τα συναχθησόμενα γεννήματα, κατά την προς την εκλαμπροεξοχότητά σας υπόσχεσιν, μέλλει να δώση δια ζωοτροφίαν των στρατευμάτων της Δυτικής Ελλάδος δύο χιλιάδες βατζελίων, ένεκα τούτου απεφάσισε να υπάγη ο ίδιος με όλην την δύναμιν δια να τους βιάση (αναγκάσει).
Διό επικαλείται και την βοήθείαν σας, και αν είναι ορισμός σας αποφασίσατε να τον συνοδεύσετε με όσην δύναμιν κρίνετε ικανήν, η οποία θέλει χρησιμεύσει όχι μόνον δια την σύναξιν των γεννημάτων εκείνων των χωρίων, αλλά και των λοιπών όσα αναβάλλουσι τον καιρόν.
Δι΄αυτό τούτο παρακαλείσθε και παρά του Επαρχείου τούτου και δεν αμφιβάλλεται, ότι θέλετε προθυμοποιηθή δια να ταχυνθή η σύναξις, επειδή και ο πατριωτικός σκοπός της Εκλαμπροεξοχότητός σας αποβλέπει εις αυτό τούτο.
Και εν τοσούτω περιμένει το Επαρχείον εκλαμπροέξοχον απόκρισιν σας προς γνωστοποίησίν του.
Μένω με όλον το βαθύ σέβας
Εν Γαστούνη τη 18 Νοεμβρίου 1823








